Οι δύο οικογένειες χελιδονιών που κατοικούν πάνω από την είσοδο του μεζεδοπωλείου «Καλά Καθούμενα» στη Ραφήνα μαζεύτηκαν σήμερα νωρίτερα από ό,τι τα άλλα βράδια. Στέκομαι από κάτω τους, ξημερώματα, σε μια γεμάτη με κόσμο πλατεία και τα παρατηρώ, περιμένοντας να φορτίσει λίγο το κινητό μου: τα μικρά στις φωλιές, οι γονείς-φρουροί που κοιμούνται εναλλάξ χώνοντας το κεφάλι στα φτερά τους. Έχουν όλα όσα διακυβεύονται απόψε σ’ αυτή την πόλη: την ασφάλεια, το σπίτι, το «μαζί».

Είχε ξημερώσει με μια πρωτοφανή, για την εποχή και την περιοχή, άπνοια. Η θάλασσα στο Μπλε Λιμανάκι γέμισε από νωρίς εμπριμέ πλαστικά σκουφάκια. Από τα βαθιά έφταναν μέχρι έξω στα βράχια οι προβληματισμοί μιας Δευτέρας σε παραθεριστικό οικισμό: «Τι θα φτιάξεις σήμερα; Αύριο; Την Τετάρτη; Την Κυριακή το μεσημέρι;». «Άραγε, είναι καλή εποχή τώρα να μαζέψεις κρίταμα; Εδώ ο βράχος είναι γεμάτος». Επιστρέφοντας, διασταυρώθηκα με μια παρέα από πιτσιρίκια του γυμνασίου με μαγιό και backpacks που ανηφόριζαν την Παύλου Μελά προς το Κόκκινο Λιμανάκι. Εκείνη την ώρα νοστάλγησα την ανεμελιά τους.

Στις 12 συννέφιασε και ξεκίνησε ένας δυνατός, πολύ θερμός αέρας. Στις 16.45 είδα από το παράθυρο μαύρο καπνό στο βάθος, μια φωτιά μεταξύ Καλλιτεχνούπολης και Νέου Βουτζά. Τηλεφώνησα στην πυροσβεστική, δεν απάντησε κανείς, ούτε τη δεύτερη φορά. Λίγα λεπτά μετά, κόπηκε το ρεύμα. Πριν κλείσει από μπαταρία το τηλέφωνό μου, έμαθα ότι η φωτιά είχε κατέβει στο Μάτι. Μία ώρα μετά, ο καπνός είχε φτάσει στο λιμάνι της Ραφήνας.

Η λευκή κουκκίδα στο μαύρο σύννεφο

Πέρασα τις επόμενες δύο ώρες στην ταράτσα, πηγαίνοντας από την ανατολική πλευρά του σπιτιού στη δυτική. Πόσα μποφόρ μπορεί να έχει για να καταφέρει να με σπρώξει με δύναμη ο αέρας πάνω στα κάγκελα; Από τη μία έβλεπα μια λευκή κουκκίδα χωμένη σε ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο –το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, περιτριγυρισμένο από κόσμο– και τον ανεφοδιασμό των πυροσβεστικών με νερό από μια θάλασσα γκρι. Από την άλλη, τις πολυκατοικίες με φόντο τις φλόγες και το ίδιο ελικόπτερο να βουτάει στους καπνούς. Να χάνεται για λίγο. Και ευτυχώς, να καταφέρνει να βγει και να επιστρέψει.

Μπορεί να ξέρουμε αρκετά για τους σεισμούς. Για πυρκαγιά όμως δεν έχουμε εκπαιδευτεί. Πότε πρέπει να εκκενωθεί μια πολυκατοικία; Πραγματικά τώρα, απειλείται η Ραφήνα; Έτσι απλά καίγεται ένας αστικός ιστός; Πώς γίνεται μια πόλη, που μάλιστα βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα, να μοιάζει με ανυπεράσπιστο χωριουδάκι σε πλαγιά βουνού;

Το περιπολικό που διέσχιζε την οδό Καβουνίδου έδινε εντολή για εκκένωση. «Κατευθυνθείτε προς την παραλία». Αυτές τις ώρες που καλείσαι να εγκαταλείψεις ένα σπίτι, έστω και αυτό όπου κατοικείς περιστασιακά, συνειδητοποιείς ότι όλα όσα θεωρείς πολύτιμα είναι περιττά. Πήρα μια βρεγμένη πετσέτα, σκέπασα το πρόσωπό μου και βγήκα στον δρόμο. Δοκίμασα να αναπνεύσω χωρίς αυτήν. Δεν μπορούσα. Τι είναι εκείνο το πορτοκαλί φως μέσα στον καπνό, στο τέλος του δρόμου; Πίστεψα πως είναι αυτοκινήτου, όμως ήταν φλόγα. Η φωτιά είχε περάσει στη Ραφήνα.

Οι Γιαπωνέζοι με τις πετσέτες

Η μπροστινή σειρά σπιτιών που συνήθως φαίνεται από το λιμάνι είχε καλυφθεί με καπνό. Στα δεξιά, οι φλόγες που είχαν κατέβει πίσω από τον λιμενοβραχίονα. Ήχοι εκρήξεων έφταναν μαζί με κακά νέα από το Μάτι. Καίγεται το Κόκκινο Λιμανάκι. Καίγεται το Μπλε. Από την παραλία μέχρι το ξενοδοχείο που είχε ανοίξει τις πόρτες του για να υποδεχτεί τον κόσμο στους κλιματιζόμενους χώρους, έκανε τον γύρο η είδηση: υπάρχουν δύο νεκροί. Σε όλους φάνηκαν πολλοί.

Στο αίθριο του ξενοδοχείου, κάτω από την ανοιχτή τηλεόραση, κανείς δεν ενδιαφερόταν να ακούσει την ανακοίνωση της Πυροσβεστικής. Απάντηση στα βασανιστικά ερωτήματα μπορούσε να δώσει μόνο ένα τηλεφώνημα που θα έλεγε: «Είμαι ζωντανός, το σπίτι είναι όρθιο». Μια παρέα Γιαπωνέζων με πετσέτες στο πρόσωπο κοιτούσε την οθόνη με βλέμμα απλανές.

Λίγη ώρα αργότερα, έδεσε στο λιμάνι το πλοίο από τα νησιά. Στην ίδια παραλία, ξένοι τουρίστες με backpacks, άνθρωποι που περίμεναν ένα νέο για τα σπίτια τους και άλλοι που τα μοιρολογούσαν. Όλοι είχαν τεράστια αγωνία, για διαφορετικούς λόγους. Η δική μου ήταν η Αριάδνη και ο Γιάννος, τα δύο μικρά παιδιά του φίλου μου του Γεράσιμου, που εγκλωβίστηκαν στην παραλία με τη γιαγιά τους.

Στο λιμάνι ήταν σε εξέλιξη η επιχείρηση διάσωσης των εγκλωβισμένων από τις παραλίες στο Μάτι. Τα σκάφη του λιμενικού κατέφθαναν φορτωμένα με παράλληλες ιστορίες θλίψης και αισιοδοξίας. «Χρειαζόμαστε δύο νεκροσακούλες», φώναξε ο τραυματιοφορέας του ΕΚΑΒ. Έβαλε τα χειρουργικά του γάντια και μετέφερε μια γυναίκα πάνω στην προβλήτα. Δίπλα της υπήρχε ήδη άλλος ένας μαύρος νεκρόσακος. Αυτόματα το μάτι αναζητάει την ελπίδα και τη βρίσκει στα μάτια της κόρης που σμίγει με την ηλικιωμένη μάνα που αποβιβάζεται με λουλουδάτο μαγιό, σε κατάσταση σοκ: «Έλα, μαμά, βάλε τις παντοφλίτσες σου. Αυτό ήταν». Στον νεαρό που πηδάει έξω από το σκάφος κουβαλώντας δύο λευκά κουτάβια. Το πρόσωπό του είναι μαύρο από τη στάχτη. Του δίνουν ένα μπουκάλι νερό, εκείνος βάζει στη χούφτα του για να ξεδιψάσουν τα σκυλιά, μετά πίνει ο ίδιος και ανηφορίζει ξυπόλυτος προς την πλατεία φωνάζοντας δυνατά, στο άπειρο: «Καήκαμε, αλλά σωθήκαμε». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ