ΚΟΣΜΟΣ

Αποψη: Η αμερικανοτουρκική ένταση ενισχύει τους περιφερειακούς κινδύνους

ΙΑΝ ΛΕΣΕΡ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΗΠΑ, Τουρκία

Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις δεν υπήρξαν ποτέ εύκολες. Αλλά το σημερινό αδιέξοδο ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στην Αγκυρα είναι εντυπωσιακό, ακόμη και με τα κριτήρια μιας ιστορικά δύσκολης σχέσης. Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η ένταση ανάμεσα στη γεωπολιτική και στη συμπεριφορά, ανάμεσα στο στρατηγικό συμφέρον και στην πρακτική πολιτική. Στην εποχή του Τραμπ και του Ερντογάν είναι επίσης ζήτημα διπλωματικού –ή όχι και τόσο διπλωματικού– στυλ. Μια ατμόσφαιρα δυσπιστίας και υπέρ το δέον «θερμού» εθνικισμού, κυριαρχεί σε όλες τις πλευρές. Η Τουρκία και οι ΗΠΑ παραμένουν σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, με ισχυρό μερίδιο στην περιφερειακή συνεργασία. Η διμερής στενή συνεργασία σε στρατιωτικό επίπεδο συνεχίζεται. Η τρέχουσα αποξένωση δεν είναι κατ’ ανάγκην μόνιμη. Ακόμα, παρ’ όλα τα ιστορικά προηγούμενα, η σημερινή κρίση των σχέσεων έχει ορισμένα ιδιαίτερα ενοχλητικά και δυνητικά ανθεκτικά στοιχεία. Ωστόσο, αν συνεχιστεί για πολύ, η ένταση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στην Αγκυρα δεν κρύβει καλά νέα για την περιφερειακή σταθερότητα. Τα διακυβεύματα είναι γνωστά. Η Τουρκία απορρίπτει την αμερικανική υποστήριξη για τις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία με τους στενούς δεσμούς τους με το ΡΚΚ και ερεθίζεται με την αμερικανική διστακτικότητα να εκδώσει τον Φετουλάχ Γκιουλέν, τον Τούρκο κληρικό που βρίσκεται εξόριστος στην Πενσιλβάνια, τον οποίο η Αγκυρα αντιμετωπίζει ως τον ιθύνοντα νου πίσω από την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016. Στοιχειωδέστερα, υπάρχει μια ευρύτατα διαδεδομένη και διαρκώς εκτεινόμενη δυσπιστία για τις ΗΠΑ τόσο στην τουρκική κοινή γνώμη όσο και μεταξύ των πολιτών όλου του πολιτικού φάσματος. Η Ουάσιγκτον γίνεται ευρέως αντιληπτή στην καλύτερη περίπτωση ως αναξιόπιστος εταίρος, και στη χειρότερη, ως ενεργός αντίπαλος των τουρκικών φιλοδοξιών. Από την οπτική γωνία της Ουάσιγκτον, οι κουρδικές πολιτοφυλακές στη Συρία ήταν ανάμεσα στους πιο αποτελεσματικούς συμμάχους στη μάχη κατά του ISIS και ο αμερικανικός στρατός έχει υπάρξει απρόθυμος να τους εγκαταλείψει. Διαδοχικές αμερικανικές διοικήσεις αισθάνονταν άβολα με την παρουσία του Γκιουλέν στις ΗΠΑ, αλλά, επίσης, δεν έχουν πεισθεί από τις αποδείξεις που έχει παράσχει η Αγκυρα για να υποστηρίξει το αίτημα της έκδοσης ή από την εντύπωση ότι θα τύγχανε δίκαιης δίκης στην Τουρκία. Σε μια περίοδο διαρκώς επιδεινούμενων σχέσεων ανάμεσα στη Δύση και στη Μόσχα, η απόφαση της Τουρκίας να αγοράσει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400 αντιμετωπίζεται ως αντίθετο στα συμφέροντα του ΝΑΤΟ, πολιτικά και επιχειρησιακά. Η διοίκηση Τραμπ, με ισχυρή στήριξη από το Κογκρέσο, έχει επιλέξει να επιβάλει κυρώσεις στην Τουρκία σε διάφορα μέτωπα. Το νέο νομοσχέδιο έγκρισης του αμυντικού προϋπολογισμού απαγορεύει τη μεταφορά αεροσκαφών τύπου F-35 στην Τουρκία, όσο η παραγγελία πυραύλων S-400 παραμένει εν ισχύι. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν λάβει οδηγίες να μπλοκάρουν τη στήριξη της Τουρκίας σε διεθνείς οικονομικούς θεσμούς. Και πιο πρόσφατα, στοχευμένες αν και εν πολλοίς συμβολικές, κυρώσεις επιβλήθηκαν στους υπουργούς Δικαιοσύνης και Εσωτερικών της Τουρκίας για τον ρόλο τους στην πολύμηνη κράτηση του Αμερικανού πάστορα Αντριου Μπράνσον και τη, λιγότερο γνωστή, φυλάκιση ορισμένων ντόπιων υπαλλήλων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Αυτές οι κυρώσεις δεν είναι δίχως προηγούμενο. Στην Τουρκία επιβλήθηκαν κυρώσεις για τα χρόνια που ακολούθησαν την εισβολή του 1974 στην Κύπρο και, ξανά, κατά τη σύγκρουση με το ΡΚΚ μέσα στην Τουρκία στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τι είναι διαφορετικό σήμερα; Πρώτα απ’ όλα, το ενδεχόμενο ύπαρξης πολύ καθαρών διαφορών στα συμφέροντα και στην πολιτική έναντι της Τουρκίας και του Ιράν. Δεύτερον, η κοινή γνώμη και η εμπρηστική εθνικιστική ρητορική τώρα διαδραματίζουν κεντρικούς ρόλους, ιδιαίτερα στην τουρκική πλευρά.

Στην αμερικανική πλευρά, η «στρατηγική τάξη», παραδοσιακοί υποστηρικτές των σχέσεων με την Αγκυρα, είναι πλέον βαθύτατα απογοητευμένη με την Τουρκία και την ηγεσία της. Τρίτον, αυτή η απογοήτευση έχει λάβει και μια προσωπική διάσταση, με ομήρους. Επίσης, έχει από πάνω ενισχυθεί και με δυσαρέσκεια. Η ηγεσία στην Αγκυρα βλέπει την αμερικανική συμπεριφορά ως ευθεία απειλή. Και η διοίκηση Τραμπ, αν μη τι άλλο ο αντιπρόεδρος Πενς και πολλοί στο Κογκρέσο, αντιμετωπίζουν την υπόθεση Μπράνσον ως προσβολή στη θρησκευτική ελευθερία. Αυτό το τοξικό μείγμα στρατηγικών και προσωπικών διαφορών θα είναι δύσκολο να διαλυθεί. Εν τω μεταξύ, μια σχέση κρίσιμη για τη διαχείριση των κρίσεων από τον Κόλπο ώς την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα και τα Βαλκάνια έχει εξασθενήσει. Η Ουάσιγκτον ήδη αναζητεί τρόπους να αντισταθμίσει την ανασφάλεια των σχέσεών της με την Αγκυρα, περιλαμβάνοντας στενότερους δεσμούς σε ζητήματα ασφαλείας με την Αθήνα και άλλους περιφερειακούς εταίρους. Αυτό δεν είναι κάτι κακό. Αλλά η Ελλάδα είναι, επίσης, ένα τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη για τη σταθερότητα της γειτονιάς της. Η τουρκοαμερικανική ακροσφαλής διπλωματία και ο αυξανόμενος εθνικισμός δεν θα συνεισφέρουν καθόλου στη βελτίωση των προοπτικών διαχείρισης του περιβάλλοντος ασφαλείας ή κρίσης σε μια ήδη ασταθή περιοχή.

* Ο κ. Ιαν Λέσερ είναι αντιπρόεδρος του German Marshall Fund ΗΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ