ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Το πρόβλημα της Δύσης σε μεγάλες περιοχές του μεταπολεμικού Τρίτου Κόσμου ήταν δομικό: συχνά στις χώρες της περιφέρειας, οι φίλιες κοινωνικές δυνάμεις –η μεσαία τάξη– ήταν αδύναμες, με αποτέλεσμα οι Αμερικανοί να μη διαθέτουν ισχυρούς τοπικούς συμμάχους. Ετσι, δεν συνέτρεχαν εκεί ορισμένες από τις βασικές προϋποθέσεις που είχαν εξασφαλίσει την εντυπωσιακή επιτυχία των αμερικανικών αναπτυξιακών στρατηγικών στην Ευρώπη, με το Σχέδιο Μάρσαλ. Οπως έχει εύστοχα επισημανθεί, η απουσία ισχυρών φίλιων τοπικών κοινωνικών δυνάμεων συνεπαγόταν ότι συχνά στον Τρίτο Κόσμο η αμερικανική ψυχροπολεμική πολιτική «χάραζε διαχωριστικές γραμμές στην άμμο».

Για τούτο ήταν εύκολο η αρχική αμερικανική αισιοδοξία για τον Τρίτο Κόσμο να καταλήξει στην αναπαραγωγή του σκληρού ρεαλιστικού διλήμματος, δηλαδή μιας επιλογής μεταξύ «χάους» και «τάξης». Η χιλιανή προεδρική εκλογή του 1970 αποτέλεσε καμπή σε αυτή την πορεία.

Κοινωνικές ανισότητες στη Λατινική Αμερική

Η Λατινική Αμερική ήταν πεδίο παραδοσιακού γεωπολιτικού ενδιαφέροντος της Ουάσιγκτον. Ωστόσο, στην περιοχή αυτή σημειωνόταν η άνοδος έντονα ριζοσπαστικών δυνάμεων, ειδικά μετά τη φιλοσοβιετική στροφή του Φιντέλ Κάστρο. Οι κοινωνικές ανισότητες σε όλη τη Λατινική Αμερική ήταν τεράστιες κυρίως εξαιτίας του παρωχημένου συστήματος γαιοκτησίας, της άνισης διανομής της γης, και της συνακόλουθης κυριαρχίας μιας περιορισμένης (και πολιτικά αντιδραστικής) τάξης μεγαλογαιοκτημόνων. Οι τιμές των προϊόντων που παρήγαν οι χώρες της περιοχής ήταν χαμηλές και ασταθείς, και τούτο επίσης συνέβαλε στην αδυναμία τους να σχεδιάσουν το οικονομικό τους μέλλον.

Ο πληθυσμός αυξανόταν με ραγδαίους ρυθμούς, ενώ οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στις παραγκουπόλεις, στις παρυφές των μεγάλων πόλεων, ενέτειναν την απόγνωση και λειτουργούσαν ως εφαλτήρια για τη διάδοση ιδεών για βίαιη κοινωνική ανατροπή. Ηδη, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η παράλληλη βελτίωση των δυνατοτήτων πληροφόρησης αυτού του εξαθλιωμένου πληθυσμού (κυρίως μέσω της διάδοσης του τρανζίστορ) ενέτεινε τη σύγκριση με άλλες περιοχές του κόσμου και, τελικά, υποβοηθούσε τον αντιαμερικανισμό, εφόσον οι ΗΠΑ πρόβαλλαν ως κυρίαρχες στην περιοχή.

Σε αυτές τις συνθήκες πόλωσης μεταξύ των αντιδραστικών, ολιγάριθμων ελίτ και των εξαθλιωμένων μαζών, ανέκυπτε αυτό που οι Αμερικανοί θεωρούσαν εφιαλτικό σενάριο: οι μεσαίες τάξεις, αντί να σηκώσουν το λάβαρο της φιλοδυτικής μεταρρύθμισης (την οποία όμως οι υπερσυντηρητικές ελίτ δεν τους επέτρεπαν να επιφέρουν), να προσχωρήσουν στην ιδέα της κοινωνικής επανάστασης. Η κυριαρχία λαϊκιστικών πολιτικών δυνάμεων σε κρίσιμες χώρες της περιοχής – πρωτίστως, ο περονισμός της Αργεντινής– καταδείκνυε τους κινδύνους που ελλόχευαν.

Τα αδιέξοδα των ΗΠΑ και η διάψευση των ελπίδων

Η Λατινική Αμερική μπορούσε να κινηθεί είτε προς την «ειρηνική επανάσταση» που επαγγελλόταν η Δύση είτε προς τη βίαιη κοινωνική ανατροπή. Η κυβέρνηση του Τζον Κένεντι εξήγγειλε τη νέα της πολιτική –τη σύμπηξη της Συμμαχίας για την Πρόοδο– προσπαθώντας να ενθαρρύνει την πρώτη επιλογή.

Αλλά το πρόβλημα για τη Δύση προερχόταν και από την Αριστερά, και από την αντιδραστική πολιτική της άκρας Δεξιάς, που επίσης αντιδρούσε στη μεταρρύθμιση. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η εκδήλωση αριστερών επαναστάσεων σε διάφορα σημεία της περιοχής έπεισε τους Αμερικανούς ότι βρισκόταν σε εξέλιξη μια γενικότερη «κουβανική επίθεση», ενώ η αναβίωση του αργεντίνικου περονισμού τούς πίεσε ακόμη περισσότερο. Ακόμη και ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα το 1967 στη Βολιβία, δεν επέλυε το πρόβλημα των Αμερικανών, που ήταν κοινωνικό παρά στρατιωτικό – δηλαδή η μη επίτευξη της ανάπτυξης. Στις συνθήκες αυτές σημειώθηκε μια ανησυχητική εξέλιξη: η όλο και συχνότερα διατυπούμενη άποψη πως ακόμη και η εκδήλωση στρατιωτικών πραξικοπημάτων θα αποτελούσε ένα τρόπο για να ανασχεθεί, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, η προοπτική της κομμουνιστικής ανατροπής στην ευρύτερη περιοχή.


Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο. Οι ΗΠΑ φοβούνταν τη βίαιη κοινωνική ανατροπή και την επικράτηση των κομμουνιστών στη Λατινική Αμερική.

Σε τελική ανάλυση, αυτό που χρειαζόταν η Δύση ήταν ισχυρές, μετριοπαθείς, μεταρρυθμιστικές δυνάμεις που θα αναλάμβαναν την πρωτοβουλία των κινήσεων και θα συμμαχούσαν μαζί της. Και οι σημαντικότερες από αυτές ήταν οι δυνάμεις της Χριστιανοδημοκρατίας στη Χιλή και στη Βραζιλία. Αυτές προσέφεραν την προοπτική του εναλλακτικού σεναρίου της μεταρρύθμισης και της ανάπτυξης. Αλλά οι ελπίδες που εναποτέθηκαν στη χιλιανή Χριστιανοδημοκρατία επρόκειτο να διαψευσθούν με έναν πολύ άδοξο τρόπο το 1970, επειδή οι συνταγματικές διαδικασίες και η διάσπαση των φιλοδυτικών δυνάμεων έφεραν στην εξουσία μια αριστερή κυβέρνηση. Αυτό υπήρξε καμπή για μια αμερικανική πολιτική ήδη πιεσμένη από τις εντάσεις του Βιετνάμ.

Το εκλογικό σύστημα και η πολιτική παράδοση της Χιλής

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε χώρες με προεδρικά ή ημιπροεδρικά συστήματα, όπου ο αρχηγός του κράτους αποτελεί σημαντικό παράγοντα ή κύριο φορέα της εκτελεστικής εξουσίας, εκλέγεται, σχεδόν πάντα, απευθείας από τον λαό. Σχετική εξαίρεση συνιστούν οι ΗΠΑ, όπου ο λαός, προσερχόμενος στις κάλπες, αναδεικνύει ένα σώμα εκλεκτόρων, οι οποίοι στη συνέχεια επιλέγουν τον πρόεδρο. Επί της ουσίας, όμως, και εκεί πρόκειται για οιονεί άμεση εκλογή, δεδομένου πως οι υποψήφιοι εκλέκτορες έχουν προδεσμευθεί δημόσια για τον υποψήφιο πρόεδρο που θα υποστηρίξουν, το εκλεκτορικό σώμα δεν έχει ουδεμία άλλη αρμοδιότητα πλην της προεδρικής εκλογής, ενώ ο απόλυτος δικομματισμός της χώρας αυτής καθιστά βέβαιο πως θα εκλεγεί ο υποψήφιος του κόμματος, στον οποίο η λαϊκή ψήφος προσφέρει τους περισσότερους εκλέκτορες.

Υπάρχουν όμως –ή στο παρελθόν υπήρξαν– κάποιες ελάχιστες προεδρικές δημοκρατίες, όπου για την ανάδειξη του προσώπου που θα γινόταν ταυτόχρονα αρχηγός κράτους και κεφαλή της κυβέρνησης προβλέπεται μια διαδικασία, η οποία εμπλέκει και τη λαϊκή ψήφο και το Κοινοβούλιο. Και έτσι έχουμε έναν συνδυασμό άμεσης και έμμεσης εκλογής του προέδρου. Τέτοια ήταν η διαδικασία που συνταγματικά προβλεπόταν στην Χιλή και η οποία οδήγησε στην ανάδειξη του Σαλβαδόρ Αλιέντε στον προεδρικό θώκο το 1970.


24.10.1970. Η Βουλή εκλέγει πρόεδρο τον Σαλβαδόρ Αλιέντε. Στην κάλπη η αδελφή του Λάουρα, βουλευτής των Σοσιαλιστών.

Σύμφωνα με το χιλιανό Σύνταγμα, ο λαός εκαλείτο ανά εξαετία στις κάλπες για να εκλέξει τον πρόεδρο. Αν, όμως, κανείς εκ των υποψηφίων δεν αποσπούσε την απόλυτη πλειοψηφία της λαϊκής ψήφου, δεν υπερέβαινε δηλαδή το 50%, τότε δεν προβλεπόταν επαναληπτική διαδικασία εκλογής πάλι από τον λαό, με υποψήφιους τους δύο σχετικώς πλειοψηφήσαντες στον πρώτο γύρο. Αντίθετα, η αρμοδιότητα επιλογής μεταφερόταν στο Κοινοβούλιο. Επρόκειτο, όμως, λιγότερο για συνδυασμό άμεσης και έμμεσης εκλογής (άμεση, εφόσον γινόταν στον πρώτο γύρο από τον λαό, έμμεση, από σώμα ήδη εκλεγμένο και με ευρύτερο θεσμικό ρόλο, δηλαδή το Κοινοβούλιο, εφόσον η λαϊκή ψήφος δεν παρείχε απόλυτη πλειοψηφία σε κάποιον) και περισσότερο για μεικτό σύστημα. Αυτό, με την έννοια πως η λαϊκή κάλπη καθόριζε το εύρος των προεδρικών επιλογών του Κοινοβουλίου: το νομοθετικό σώμα δεν μπορούσε, κατά το Σύνταγμα, να αναδείξει πρόεδρο οποιονδήποτε έκρινε καταλληλότερο, αλλά μόνον έναν εκ των δύο προπορευθέντων στη λαϊκή κάλπη...

Υπέρ του πρωτεύσαντος

Αυτή η θεσμική/συνταγματική αρχιτεκτονική είχε οδηγήσει σε μια πολιτική πρακτική και στη διαμόρφωση μιας πολιτικής κουλτούρας που καθιστούσε οιονεί άμεση από τον λαό την εκλογή προέδρου, όχι με απόλυτη αλλά με σχετική πλειοψηφία! Πράγματι, όλα τα μεταπολεμικά Κοινοβούλια της Χιλής στα οποία είχε μετατεθεί η ευθύνη επιλογής προέδρου, ελλείψει απόλυτης πλειοψηφίας στη λαϊκή κάλπη (δηλαδή τα Κοινοβούλια που είχαν εκλέξει πρόεδρο το 1946, το 1952 και το 1964, γιατί το 1958 η εκλογή είχε γίνει απευθείας από τον λαό, εφόσον ο προηγηθείς σε ψήφους είχε πάρει 56%), είχαν κρίνει πως η πολιτική ηθική και η δεσμευτικότητα της λαϊκής ψήφου επέβαλλαν σε όλους τους κοινοβουλευτικούς, που δεν ανήκαν στο κόμμα του αναδειχθέντος δεύτερου στη λαϊκή κάλπη, να δώσουν την ψήφο τους υπέρ του πρωτεύσαντος. Εστω και αν, πολιτικά ή ιδεολογικά, οι ίδιοι και το κόμμα τους βρίσκονταν πλησιέστερα στον δεύτερο! Αυτή η πολιτική παράδοση, λοιπόν, οδήγησε στην εκλογή του Αλιέντε, μολονότι είχε ψηφιστεί περίπου από το 36% του εκλογικού σώματος, οι δε αστικές υποψηφιότητες είχαν αθροιστικά αγγίξει το 63%...

Πιο συγκεκριμένα, ενώ το ποσοστό του μαρξιστή υποψηφίου ήταν 36,3%, ο εκλεκτός του συντηρητικού κόμματος Αλεσάντρι είχε πάρει περίπου 35% και ο Χριστιανοδημοκράτης Τόμιτς 27,7%. Ο Αλεσάντρι ζήτησε από τον Τόμιτς να πείσει τους Χριστιανοδημοκράτες κοινοβουλευτικούς να τον ψηφίσουν, ώστε να εκλεγεί πρόεδρος, υποσχόμενος πως θα παραιτείτο αμέσως και στις νέες προεδρικές εκλογές ο Τόμιτς θα ήταν ο μοναδικός υποψήφιος όλου του αντιμαρξιστικού στρατοπέδου. Αυτός όμως δεν δέχθηκε, επικαλούμενος την παράδοση, με διαδοχικά αποτελέσματα την εκλογή του Αλιέντε, την εφαρμογή μιας μαρξιστικής πολιτικής που προκάλεσε τη βίαιη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης, την πρόκληση μεγάλων κοινωνικών αντιδράσεων και τη διευκόλυνση της CIA να εγκαθιδρύσει τότε μία ακόμη δεξιά δικτατορία στη Λατινική Αμερική, προσφέροντας στην παγκόσμια αριστερή μυθολογία έναν ακόμη μάρτυρα…

* Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ