ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φοροδοξίες: Γνωρίζετε ότι...

• Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής αναστέλλεται η καταβολή ποσοστού 50% του αμφισβητούμενου ποσού, που προέκυψε με την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, με την προϋπόθεση ότι έχει καταβληθεί το υπόλοιπο 50%. Η παραπάνω αναστολή δεν έχει εφαρμογή επί του άμεσου προσδιορισμού του φόρου (π.χ. περίπτωση υποβολής περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ), καθώς και επί πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου, που εκδίδεται με βάση στοιχεία που έχουν παρασχεθεί από τον ίδιο τον φορολογούμενο σε φορολογική του δήλωση (π.χ. περίπτωση δήλωσης φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων) (ΠΟΛ 1064/2017). Η αναστολή καταβολής δεν απαλλάσσει από την καταβολή του αναλογούντος τόκου (0,73% ανά μήνα).

• Δεν μπορούν να λαμβάνονται διασφαλιστικά του δημοσίου συμφέροντος μέτρα για την παράβαση της λήψης εικονικών τιμολογίων ή της μη απόδοσης φόρου εισοδήματος (ανεξαρτήτως ποσού). Από το πεδίο εφαρμογής των παραπάνω μέτρων εξαιρούνται, επίσης, ρητά και τα τέλη χαρτοσήμου. Στα διασφαλιστικά μέτρα ενδεικτικά περιλαμβάνεται η δέσμευση του 50% των καταθέσεων των πάσης φύσεως λογαριασμών του φορολογουμένου, καθώς και του χρηματικού περιεχομένου των θυρίδων. Το μη χρηματικό περιεχόμενο των θυρίδων δεσμεύεται στο 100%. Σε γενικές γραμμές, τα μέτρα επιβάλλονται σε περίπτωση μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ΦΠΑ παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών ποσού πάνω από 150.000 ευρώ αθροιστικά.

• Η χρονική διάρκεια του φορολογικού ελέγχου αποτελεί υποχρεωτικό περιεχόμενο της σχετικής εντολής που εκδίδεται από τη φορολογική αρχή. Ο χρόνος του ελέγχου καθορίζεται από την ίδια τη φορολογική διοίκηση, και όχι από τη νομοθεσία, και κατ’ επέκταση μπορεί να διαφέρει σημαντικά ανάλογα με την υπόθεση. Παράταση στην αρχική διάρκεια είναι επιτρεπτή κατά κανόνα μόνο μία φορά και για διάστημα έξι (6) επιπλέον μηνών. Ωστόσο, υπό περιστάσεις μπορεί να χορηγείται και δεύτερη παράταση για ακόμη έξι (6) μήνες. Για την παράταση απαιτείται έγγραφη τροποποίηση της αρχικής εντολής ελέγχου, η οποία θα πρέπει να έχει εκδοθεί πριν από την πάροδο της αρχικής καταληκτικής ημερομηνίας.

• Απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος για τρεις συνεχόμενες χρήσεις, έσοδα από την πώληση προϊόντων, για την παραγωγή των οποίων χρησιμοποιήθηκε ευρεσιτεχνία διεθνώς αναγνωρισμένη στο όνομα της επιχείρησης που την ανέπτυξε, αρχής γενομένης από τη χρήση μέσα στην οποία πραγματοποιήθηκαν για πρώτη φορά τέτοια έσοδα. Ο χρόνος έναρξης του κινήτρου απαλλαγής συνδέεται με το φορολογικό έτος εντός του οποίου πραγματοποιήθηκαν για πρώτη φορά έσοδα από την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία διεθνούς αναγνώρισης της ευρεσιτεχνίας.

• Τα απαλλασσόμενα κέρδη εμφανίζονται σε ειδικό λογαριασμό αποθεματικού. Το ειδικό αποθεματικό που σχηματίζεται για τα νομικά πρόσωπα που τηρούν διπλογραφικά βιβλία υπόκειται σε φορολογία, κατά το μέρος που διανέμεται, κεφαλαιοποιείται ή αναλαμβάνεται κάθε φορά. Για τα νομικά πρόσωπα όμως που τηρούν απλογραφικά βιβλία, το απαλλασσόμενο ποσό αφαιρείται κατευθείαν από τα καθαρά κέρδη της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος αφού δεν μπορεί να εμφανισθεί σε λογαριασμό αποθεματικού και ως εκ τούτου η απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος είναι οριστική.

• Aφορολόγητα αποθεματικά διαφόρων αναπτυξιακών νόμων μπορούν να κεφαλαιοποιηθούν, ολικώς ή μερικώς, με καταβολή φόρου 5% από «εισηγμένες» ανώνυμες εταιρείες. Κατά την κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών εκδίδονται μετοχές ίσης αξίας που διανέμονται κατ’ αναλογία στους δικαιούχους μετόχους. Ειδικά, για αποθεματικά που κεφαλαιοποιούνται εντός του 2019 ο συντελεστής φορολόγησης ορίζεται σε 10% και σε 20% για αποθεματικά που κεφαλαιοποιούνται εντός του 2020.

• Ανώνυμες εταιρείες, των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες στο Χ.Α., καθώς και οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, μπορούν να κεφαλαιοποιήσουν ολικά ή μερικά, τα αφορολόγητα αποθεματικά διαφόρων αναπτυξιακών νόμων. Η κεφαλαιοποίηση πραγματοποιείται υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη διαχειριστική χρήση στην οποία συντελείται θα αυξηθεί το μετοχικό ή εταιρικό τους κεφάλαιο κατά το ίδιο ποσό σε μετρητά από τους παλαιούς ή νέους μετόχους ή εταίρους. Τα αποθεματικά που κεφαλαιοποιούνται φορολογούνται με συντελεστή 10%. Ειδικά για αποθεματικά που κεφαλαιοποιούνται εντός του 2020 ο συντελεστής ορίζεται σε 20%. Σε περίπτωση που πριν από την πάροδο 10 ετών από την κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών διαλυθεί η ανώνυμη εταιρεία ή μειωθεί το μετοχικό της κεφάλαιο με σκοπό επιστροφής των αποθεματικών στους μετόχους, τα κεφαλαιοποιηθέντα αποθεματικά δε λογίζονται φορολογικώς ως μετοχικό κεφάλαιο που έχει καταβληθεί και φορολογούνται με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τη φορολογία εισοδήματος κατά τον χρόνο της διάλυσης της εταιρείας ή μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου μετά την αφαίρεση του φόρου που καταβλήθηκε.

ΠΗΓΗ: Grant Thornton

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ