ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Προτεραιότητες για την επόμενη μέρα

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ*

Αν η Γερμανία και οι υπόλοιπες πλεονασματικές χώρες δεν συμβάλουν στην αναγκαία προσαρμογή, χαλαρώνοντας τη δημοσιονομική πολιτική τους, βαριά υπερχρεωμένες χώρες όπως η Ελλάδα θα φύγουν από το ευρώ, καθώς η παραμονή τους θα συνεπάγεται οικονομική αποτελμάτωση επ’ αόριστον.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ο τέλος του τρίτου προγράμματος πλησιάζει, αλλά τα ερωτήματα για την ελληνική οικονομία παραμένουν πολλά. Στο βιβλίο μου Aid, Trade and Development (Palgrave, 2017), έγραψα ότι οι τρεις βασικοί πρωταγωνιστές του ελληνικού δράματος – η ελληνική κυβέρνηση, η Ευρωζώνη και το ΔΝΤ – διέπραξαν τεράστια σφάλματα αγνοώντας τα λάθη του παρελθόντος, με αποτέλεσμα μία αχρείαστα παρατεταμένη και βαθιά ύφεση της ελληνικής οικονομίας. Εχουν μάθει το μάθημά τους;

Η οικονομία ανακάμπτει διστακτικά το 2017 και φέτος, υποστηριζόμενη από τα ιστορικά τουριστικά έσοδα. Ωστόσο, μία σειρά από παράγοντες καταδικάζει την οικονομία σε χαμηλές προοπτικές ανάπτυξης μακροπρόθεσμα.

H βιώσιμη ανάπτυξη στην Ελλάδα βασίζεται εν μέρει στην ενίσχυση της Ευρωζώνης μέσω των γνωστών μεταρρυθμίσεων – συντονισμένη δημοσιονομική πολιτική, τραπεζική ένωση με πανευρωπαϊκή εγγύηση καταθέσεων – για τις οποίες όλοι συμφωνούν ότι είναι αναγκαίες, αλλά που είναι πολύ δύσκολο να υλοποιηθούν. Αν η Γερμανία και οι υπόλοιπες πλεονασματικές χώρες δεν συμβάλουν στην αναγκαία προσαρμογή χαλαρώνοντας τη δημοσιονομική τους πολιτική, βαριά υπερχρεωμένες χώρες όπως η Ελλάδα θα φύγουν από το ευρώ, καθώς η παραμονή τους θα συνεπάγεται οικονομική αποτελμάτωση επ’ αόριστον. Ωστόσο, στις πλεονασματικές χώρες του Βορρά εξακολουθεί να επικρατεί η αντίληψη ότι η εμβάθυνση της ΟΝΕ θα ενέπλεκε τους φορολογούμενούς τους στην υψηλού κόστους χρηματοδότηση των κακών πολιτικών επιλογών του Νότου.

Η συμφωνία για το ελληνικό χρέος, συνεπώς, δεν είναι παρά ένα προσωρινό παυσίπονο για τη στήριξη της ανάκαμψης έως ότου καταστεί εφικτή μία πιο ουσιώδης αναμόρφωση της Ευρωζώνης. Η Ελλάδα χρειάζεται μία σημαντική απομείωση του χρέους της από την Ευρωζώνη, ώστε να δοθεί ένα ξεκάθαρο σήμα στις αγορές ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο, και μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα. Αυτό δεν έγινε στη συνάντηση της 21ης Ιουνίου, παρότι η κυβέρνηση είχε εκπληρώσει τους όρους του τρίτου προγράμματος.

Το ΔΝΤ την περασμένη εβδομάδα απεφάνθη ότι, ακόμα και αν εφαρμοστούν οι υπεσχημένες μεταρρυθμίσεις, το χρέος είναι βιώσιμο μεσοπρόθεσμα αλλά όχι μακροπρόθεσμα, αφήνοντας σκιές επί της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας.

Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση δεν εξασφάλισε στην ουσία την έξοδο από τη μνημονιακού τύπου επιτήρηση, καθώς η ελάφρυνση χρέους που της χορηγήθηκε εξαρτάται από την εφαρμογή πολλών και λεπτομερών μέτρων, των οποίων η πρόοδος θα παρακολουθείται από τριμηνιαίες αξιολογήσεις – περιπλέκοντας έτσι περαιτέρω την πρόσβαση στις αγορές.

Υπάρχουν δύο βασικά προβλήματα με τους όρους που έχουν συμφωνηθεί: πρώτον, επειδή η ελάφρυνση χρέους ήταν τόσο περιορισμένη, οι δημοσιονομικοί στόχοι (πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως και το 2022 και στη συνέχεια περίπου 2% του ΑΕΠ έως το 2060) καταδικάζουν την Ελλάδα σε χαμηλούς έως ανύπαρκτους δείκτες ανάπτυξης για δεκαετίες. Είναι υποκριτικό να ισχυριζόμαστε ότι το σενάριο αυτό είναι ρεαλιστικό.

Δεύτερον, η αιρεσιμότητα συνεχίζει να είναι λανθασμένα εστιασμένη και παράλογα λεπτομερής. Η ελάφρυνση του χρέους θα έπρεπε να εξαρτάται από έναν μικρό αριθμό στόχων, μεταξύ των οποίων απτά μέτρα για τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος. Η λογική που προτιμήθηκε αποτελεί μία θλιβερή υπενθύμιση της έλλειψης εμπιστοσύνης των «θεσμών» στις ελληνικές κυβερνήσεις.

Πολλές αποφάσεις σχετικές με το τρέχον πρόγραμμα ήταν πέρα από τον έλεγχο της Αθήνας. Αλλά οι πιο μακροπρόθεσμες προοπτικές εξαρτώνται κυρίως από την κυβερνητική πολιτική. Η σημερινή κυβέρνηση έχει συσσωρεύσει ένα μεγάλο «μαξιλάρι» ρευστότητας για να θωρακιστεί έναντι τυχόν δυσκολιών στην πρόσβασή της στις αγορές. Εν μέρει, αυτό έχει γίνει μέσω περικοπών στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό των τελευταίων οκτώ ετών δεν είναι η πτώση του ΑΕΠ, αλλά η κατάρρευση των επενδύσεων – δημόσιων και ιδιωτικών. Το ποσοστό της μείωσης των επενδύσεων έφθασε το 75% – μακράν το μεγαλύτερο από όλες τις χώρες που επλήγησαν από την ευρω-κρίση.

Η πρόσφατη πρόταση της κυβέρνησης για μία αναπτυξιακή τράπεζα είναι καλή στη θεωρία. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου είδους ιδρύματα τείνουν προς τη διαφθορά και την κακοδιοίκηση σε χώρες όπως η Ελλάδα, που έχουν παράδοση στις πελατειακές σχέσεις. Οποια μορφή κι αν πάρει τελικά, πάντως, είναι κρίσιμο να υπάρξει επιπλέον χρηματοδότηση για τον τουρισμό και για τον εξαγωγικό κλάδο.

Οι προσπάθειες της κυβέρνησης δεν θα ευδοκιμήσουν, πάντως, αν δεν αναζωογονηθεί ο τραπεζικός τομέας μέσω της απομείωσης του ογκώδους χαρτοφυλακίου των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς τους. Εκ βάθρων αλλαγή χρειάζεται επίσης στις γραφειοκρατικές ρυθμίσεις που αφορούν την επιχειρηματική δραστηριότητα. Η Ελλάδα είναι 67η στον δείκτη Ease of Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας – χαμηλότερα από όλους τους γείτονές της στα Βαλκάνια και όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., πλην της Μάλτας.

Είναι αναγκαίο, επιπλέον, να θεσμοθετηθούν ενεργητικές πολιτικές στην αγορά εργασίας. Πρέπει να υλοποιηθούν προγράμματα που έρχονται άμεσα σε επαφή με εργαζομένους που έχουν χάσει τις δουλειές τους και που διατηρούν στενές επαφές με τον ιδιωτικό τομέα.

Πολλά ακόμα μπορούν να γίνουν, εκ των οποίων το σημαντικότερο είναι να διορθωθεί η χαοτική κατάσταση που επικρατεί στην Παιδεία. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να πληρούν μία βασική προϋπόθεση του 21ου αιώνα: να παρέχουν στους πολίτες ευέλικτα προσόντα, που θα τους βοηθήσουν στην εξεύρεση θέσεων εργασίας παρά τους ρυθμούς των τεχνολογικών αλλαγών και της δημιουργικής καταστροφής που προκαλούν. Η ώρα για αυτές τις μεταρρυθμίσεις είναι τώρα.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Μιχαλόπουλος είναι visiting scholar στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins και πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και της USAID.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ