ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Ξυπνάς και είναι Κυριακή

Ιωάννα Χρονοπούλου

Μία Κυριακή τον Αύγουστο. Σαν όλες τις άλλες δώδεκα-δεκατρείς Κυριακές του καλοκαιριού που η Δευτέρα που ακολουθεί θα είναι άδεια. Ξυπνάς στα κατάλευκα σεντόνια που μυρίζουν φρεσκάδα, κάποια γιαγιά ή μαμά τα έστρωσε για εσένα. Χωρίς να το ζητήσεις ή να σκεφτείς καν την ανάγκη τους, με μια αγάπη που δεν φαίνεται αλλά υπάρχει. Τρέχεις ξυπόλυτος φορώντας ήδη το μαγιό, ουρλιάζοντας για θάλασσα, ενώ όλοι γύρω σου σε παρακαλάνε να φας λίγο πρωινό. Μαρμελάδα βερίκοκο που ανακάλυψαν τώρα τελευταία ότι σου αρέσει και μπορούν να σε ξεγελάσουν να φας μια μπουκιά. Αλλά εσύ σκέφτεσαι μπισκότα με σοκολάτα και γρανίτα φράουλα ανακατεμένα με αλμύρα και άμμο στη θάλασσα. Τους πείθεις και είστε πια στην παραλία, γύρω σου βλέπεις όλα τα εφόδια, μπρατσάκια, κουβαδάκια, ούτε ξέρεις πώς βρέθηκαν εδώ, αφού εσύ δεν θυμήθηκες να τα πάρεις. Αλλά τίποτα δεν σε νοιάζει και τίποτα δεν σε ενοχλεί, ούτε καν η συνταξιούχος κυρία που ήρθε και θρονιάστηκε ακριβώς μπροστά σας, για να είναι η καρέκλα της ένα εκατοστό από τη θάλασσα. Ακούς τον πατέρα σου να μουρμουράει κάτι, αλλά δεν δίνεις σημασία. Εσύ ήδη λυσσάς μέσα στο νερό σκεπασμένος από μια πηχτή στρώση άσπρο αντηλιακό που κάποιος έβαλε όσο εσύ χοροπηδούσες με μανία. Πριν καν προλάβεις να κουραστείς και να γκρινιάξεις σε έχουν μαζέψει, καθαρίσει και καθίσει στο μεσημεριανό τραπέζι. Ας είναι, έχει πατάτες τηγανητές και η γιαγιά σού έταξε παγωτό στην πλατεία, με την προϋπόθεση να κοιμηθείς το μεσημέρι όπως ζήτησε η μαμά. Ξανά τα άσπρα σεντόνια, πιο φρέσκα από το πρωί, στρωμένα λες και κανείς δεν κοιμήθηκε εκεί το προηγούμενο βράδυ. 

Ξυπνάς και είσαι έφηβος. Τα σεντόνια κολλάνε πάνω σου από τον ιδρώτα, δεν θέλεις πια παγωτό στην πλατεία ούτε βόλτα με τον παππού. Τα μπρατσάκια έχουν χρόνια στην αχρηστία. Εσύ καβαλάς το ποδήλατο και εξαφανίζεσαι με τους φίλους. Όσο απομακρύνεσαι ακούς μια φωνή, «μην αργήσεις», που έχει καταντήσει πάρα πολύ ενοχλητική, και παρακαλάς να τελειώσουν οι μέρες στο νησί. Να γυρίσεις πίσω, να έχεις τους δίσκους σου και τα παιχνίδια σου στον υπολογιστή και να μην μπαίνει κανείς τέλος πάντων στο δωμάτιό σου, να σου βάζει καθαρά σεντόνια και να τακτοποιεί συνέχεια. Και είναι κι αυτό το κορίτσι που σου άρεσε από την τάξη, που θέλεις να το δεις και που θα γυρίσει γρηγορότερα από εσένα και ποιος ξέρει ποιον θα έχει προλάβει να γνωρίσει μέχρι να γυρίσεις. Άλλωστε, είσαι πια πολύ μεγάλος για διακοπές με τον παππού και τη γιαγιά, πόσο μάλλον με τη μαμά και τον μπαμπά που, όταν φεύγεις, σου φωνάζουν, σαν να είσαι ακόμα μωρό, να μην αργήσεις. Θυμώνεις και γυρίζεις στο σπίτι μουτρωμένος με μια οργή που δεν ξέρεις από πού βγαίνει, αλλά όλα σου φταίνε. Δεν τρως μαζί τους μόνο κρύβεσαι στην αυλή και καπνίζεις κρυφά. Το τσιγάρο σε ζαλίζει, δεν είσαι σίγουρος ότι θα έπρεπε να το κάνεις αλλά όλοι το κάνουν, οπότε δεν πειράζει. Αποφασίζεις να κοιμηθείς, να φύγει κι αυτή η μέρα. Ξανά άσπρα σεντόνια, πάλι καθαρά, πάλι περιποιημένα. Μα, αφού τους είπες να μην μπαίνουν στο δωμάτιό σου, τίποτα πια δεν καταλαβαίνουν; 

Ξυπνάς και είναι Δευτέρα και πρέπει να πας στη δουλειά. Ξαφνικά εύχεσαι να είχες ακόμα αυτές τις 13 Κυριακές που δεν τις ακολουθούσε τίποτα και αυτά τα λευκά μυρωδάτα σεντόνια.       ■

* Η Ιωάννα Χρονοπούλου είναι φωτογράφος και photo editor του «Κ».

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ