ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Alpha Bank: Απαραίτητη η βελτίωση της εμπιστοσύνης προς τη χώρα μετά την έξοδο

Στη θετική πορεία των δεικτών εμπιστοσύνης των εγχώριων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αντιπαραβάλλεται η αβεβαιότητα του διεθνούς επενδυτικού κοινού, που αποτυπώνεται στην πορεία του περιθωρίου απόδοσης του ελληνικού 10ετούς ομολόγου από το αντίστοιχο γερμανικό.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η εξέταση της διαχρονικής εξέλιξης του δείκτη οικονομικού κλίματος δείχνει ότι τον Ιούλιο του 2018, και καθ’ όλη τη διάρκεια του τρέχοντος έτους, ο δείκτης κινείται σε ανοδική πορεία, αποτυπώνοντας τη σημαντική βελτίωση της εμπιστοσύνης συγκριτικά με την έναρξη του τρίτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής τον Αύγουστο του 2015. Αυτό επισημαίνουν οι αναλυτές της Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων, σημειώνοντας ότι η τάση του δείκτη συμβαδίζει με τη σταδιακή ανάκαμψη της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας.

Η έξοδος της ελληνικής οικονομίας από το τρίτο πρόγραμμα συνιστά ένα σημαντικό βήμα για την επιστροφή της χώρας στις διεθνείς αγορές και στην επάνοδο σε πορεία συγκλίσεως προς τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια, σύμφωνα με την ανάλυση της Alpha Bank, θα διαδραματίσει η βελτίωση της εμπιστοσύνης προς τη χώρα, κάτι που προϋποθέτει την πλήρη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που έχουν ήδη νομοθετηθεί καθώς παρέχουν μια ικανή βάση για την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Στη θετική πορεία των δεικτών εμπιστοσύνης των εγχώριων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αντιπαραβάλλεται πάντως η αβεβαιότητα του διεθνούς επενδυτικού κοινού, που αποτυπώνεται στην πορεία του περιθωρίου απόδοσης του ελληνικού 10ετούς ομολόγου από το αντίστοιχο γερμανικό. Οπως παρατηρεί η Alpha Bank, παραμένει στο υψηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ζώνης του Ευρώ, χωρίς να παρουσιάζει το τελευταίο διάστημα σημάδια υποχώρησης.

Μετά την εκταμίευση της τελευταίας δόσης του τρίτου προγράμματος, το συνολικό απόθεμα ασφαλείας (cash buffer) του ελληνικού Δημοσίου διαμορφώνεται σε 24,1 δισ. ευρώ και επαρκεί για 22 μήνες μετά το πέρας του προγράμματος, ενισχύοντας σε σημαντικό βαθμό τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να αντιμετωπίσει ενδεχόμενους χρηματοοικονομικούς κινδύνους.

Από τη δανειακή συμφωνία των 86 δισ. ευρώ εκταμιεύθηκαν τελικώς μόνο 61,9 δισ. ευρώ, αφού το ποσόν που απαιτήθηκε για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ήταν κατά πολύ μικρότερο του αρχικώς αναμενομένου. Από το ποσό αυτό 36,3 δισ. ευρώ χρησιμοποιήθηκαν για να καλύψει ανάγκες εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους, 7 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του ελληνικού Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, 1,8 δισ. ευρώ κάλυψε άλλες δημοσιονομικές ανάγκες και μόλις 5,4 δισ. ευρώ απαιτήθηκαν για τις ανάγκες ανακεφαλαιοποιήσεως των ελληνικών τραπεζών, ενώ 11,4 δισ. ευρώ αξιοποιήθηκαν για τον σχηματισμό του αποθέματος ασφαλείας.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, ο συνδυασμός της αναπτυξιακής πολιτικής, των τεθέντων δημοσιονομικών στόχων και των ληφθέντων μέτρων ελαφρύνσεως του δημοσίου χρέους οδηγούν σε συγκράτηση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών, δηλαδή την ετήσια πληρωμή τόκων και χρεολυσίων σε επίπεδα κάτω του 15% του ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και 20% σε μακρύτερο χρονικό ορίζοντα, έτσι ώστε να διασφαλισθεί ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα διαγράφει συνεχή πτωτική πορεία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ