ΒΙΒΛΙΟ

Ενα είδος συνταρακτικού χάους

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ
Το πλέγμα
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 228

​​Μυθιστόρημα σε είκοσι μονολόγους προσδιορίζει ο Μιχάλης Μοδινός το νέο του βιβλίο, προσφέροντας έτσι στον αναγνώστη ένα στίγμα πλεύσης στις σελίδες του. Συναρμόζοντας εκ βαθέων εξομολογήσεις, στιγμιότυπα ενδοοικογενειακών δραμάτων, ερωτικές ίντριγκες, επιθυμίες και ματαιώσεις, τις εν γένει μικρολεπτομέρειες του βίου είκοσι προσώπων, ο συγγραφέας φτιάχνει ένα πλέγμα από παραπληρωματικά βιώματα. Οι αφηγητές συνδέονται μεταξύ τους, με άδηλους και πρόδηλους τρόπους. Συγγενικοί δεσμοί, σχέσεις ισόβιας αγάπης, επαγγελματικές δοσοληψίες, συζυγικές έριδες και παράνομοι έρωτες, άπαντα τα ανθρώπινα ενδημούν στο μυθοπλαστικό οικοσύστημα του Μοδινού. Το ζήτημα είναι να αναδειχθεί «μια θαυμαστή και απέραντη αλληλεπίδραση», η οποία όμως ενέχει τη διάσπαση και την ανισορροπία, «ένα είδος συνταρακτικού χάους». Οι αφηγητές εναλλάσσονται σε «ήπιους στροβιλισμούς», πάντοτε παγιδευμένοι στο πλέγμα, αλλάζοντας διαρκώς θέση στο ασφυκτικό τους σύμπαν, «με μικρές ή μεγάλες παρεκκλίσεις κάθε φορά, με μετατοπίσεις, τυχαιότητα στον χρόνο και τον χώρο». Το οικοσύστημα του Μοδινού το χαρακτηρίζει «ποικιλία μορφών, απειρία επιπτώσεων, αδυναμία ταξινόμησης – ένα είδος τραγικής συμπαντικής ευθυμίας». Ανασκαλεύοντας τις ζημίες που έχει επισωρεύσει ο χρόνος στον ψυχισμό των ηρώων, ο Μοδινός διερωτάται κατά πόσον μπορούμε να υπάρξουμε εν κοινωνία και πόσες εκχωρήσεις αντέχουμε να υπομείνουμε προκειμένου να αποφύγουμε την απομόνωση. Οι μονόλογοι του βιβλίου μοιάζουν με δειγματοληψίες της επιβλαβούς καθημερινότητας. Ενας άντρας νιώθει τον ορθολογισμό του να κλονίζεται όταν εκτίθεται στην απειρία επιλογών ενός σούπερ μάρκετ. Τα προϊόντα στα ράφια τού υπενθύμιζαν τις ελλείψεις στην ιδιωτική του τροφοδοσία. Μια γυναίκα σκέφτεται πως «είμαστε τραγικά ελεύθεροι μες στην άγνοιά μας» κι αυτό είναι για εκείνη «ο ορισμός της ποίησης». Μια άλλη, αποτιμώντας τις αμελητέες επιλογές που της υπόσχεται η μοναξιά της, συλλογίζεται πως και η μοναξιά είναι μια μορφή ελευθερίας, «πάντως μια μορφή απ’ αυτές που κανείς δεν χρειάζεται». Από το βλέμμα του Μοδινού, ακόμα και όταν προσηλώνεται σε πολύ ιδιωτικές κόγχες, δεν διαφεύγει η πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα. Στις λέξεις των αφηγητών αντηχεί ο ορυμαγδός του παροντικού χρόνου. Τις ενδοσκοπικές τους φωνές διαστίζει ο θυμός για τον καταιγισμό δεινών της κάθε ημέρας, που μετατρέπουν σε δοκιμασία την αλληλεπίδραση με το υπό διάβρωση περιβάλλον τους. Παλινδρομώντας ακατάπαυστα ανάμεσα στα προσωπικά τους δράματα και στις δημόσιες συμφορές, επιβιώνουν τελικά σε «κατάσταση αδιάφορης ισορροπίας». Ωστόσο, η σύμπλευσή τους με το νομοτελειακό χάος δεν είναι αδιατάρακτη. Εισβάλλοντας από τα μισάνοιχτα παράθυρα του εαυτού τους, η ζωή τούς πολιορκεί με σπίθες και καταχνιά. Ο πραγματισμός παραδίδεται σε μυστικιστικούς ρεμβασμούς, ενώ η φαντασία γίνεται για ακόμη μία φορά το υποκατάστατο της πραγματικότητας.

Και οι είκοσι αφηγητές αγωνιούν να απαγκιστρωθούν από το πλέγμα. Oλοι μετέρχονται ποικίλα τεχνάσματα ενάντια στη φθορά και επιστρατεύουν διάφορα εφευρήματα για να αδράξουν μια φαντασιακή ευτυχία, μια στίλβουσα στιγμή που σβήνει συνηθέστερα στο απώτατο παρελθόν και σπανιότερα σε ένα απλησίαστο μέλλον. Η ονειροπόληση και οι μνημονικές ανακλήσεις κατισχύουν της προσδοκίας και της απαντοχής. Γι’ αυτό οι περισσότεροι στρέφουν το βλέμμα προς τα πίσω, αναζητώντας στο παρελθόν ένα απατηλό, άσειστο σημείο. Λαχταρούν την πλάνη που θα παρηγορήσει την επίγνωση. «Ζεις μέσα στην αυταπάτη της επανάληψης αλλά όλα γλιστράνε ανεπαίσθητα στον γκρεμό».

Με τρυφερότητα και υπόκωφη θλίψη που δεν αντιστέκεται στο φλεγματικό μειδίαμα, ο Μοδινός γράφει για την ηδονή που δεν είναι παρά φαντασίωση και για την ευτυχία που δεν είναι παρά μια ιστορία που λέμε στον εαυτό μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ