ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Μπιάνκα βλέπει. Ο Μασίστας δεν βλέπει. Η Μπιάνκα βλέπει καθαρά, ακόμη και τη νύχτα, στο σκοτάδι. Ο Μασίστας είναι τυφλός. Μαζί φτιάχνουν το πεδίο του μυθιστορήματος, τα όριά του. Ενα σύντομο μυθιστόρημα, λεπτό σαν νουβέλα, μεγάλο σαν εκτενές ποίημα ή σαν μακρόσυρτο τραγούδι· το τελευταίο βιβλίο που δημοσίευσε ο Ρομπέρτο Μπολάνιο εν ζωή, μα όχι το τελευταίο που έγραψε.

Οι σελίδες στο «Λούμπεν μυθιστορηματάκι» (εκδ. Αγρα) αντιγράφουν τις κινήσεις της Μπιάνκα και του Μασίστα, την όρασή τους: βρίσκονται, ταυτόχρονα, μέσα στη μέρα και στη νύχτα, βουτηγμένοι μέσα στον εφιάλτη και τ’ όνειρο. Ο Μασίστας, πρώην ηθοποιός σε δευτεροκλασάτες ταινίες, πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής του μπόντι μπίλντινγκ, κλεισμένος στο σπίτι του, στην οδό Τζερμάνικο, περιμένει τον θάνατο.

Το σώμα του είναι φουσκωμένο, άσπρο, θυμίζει τεράστιο μωρό. Η Μπιάνκα, μια νεαρή κομμώτρια, συναντά τον Μασίστα. Η Μπιάνκα είναι το δόλωμα. Ο αφελής αδελφός της και οι δύο φίλοι του -δύο φιγούρες που γλιστράνε σαν σκιές από κεφάλαιο σε κεφάλαιο- την αναγκάζουν να ερωτοτροπήσει με τον Μασίστα, προκειμένου να ψάξει το σημείο όπου είναι κρυμμένο το χρηματοκιβώτιό του. Η Μπιάνκα ψάχνει το χρηματοκιβώτιο κι εμείς την ακολουθούμε και το αναζητούμε παρέα, ψηλαφώντας μία μία τις λέξεις, τους τόνους, τα σημεία στίξης, μέχρι ν’ ανακαλύψουμε το μυστικό δωμάτιο του βιβλίου, το μεγάλο ερωτηματικό που βρίσκεται στο κέντρο του κειμένου, χωρίς να έχουμε καμία αυταπάτη πως θα μάθουμε την απάντηση, αφού δεν γνωρίζουμε τη σημασία των πραγμάτων, όσο κι αν προσπαθούμε να τη μαντέψουμε, κουλουριασμένοι παντοτινά στο εσωτερικό του αινίγματος - για να παραφράσω την πιο λαμπερή φράση του μυθιστορήματος, στη σελίδα 97.

Νύχτες με εκτυφλωτικό φως, τηλεόραση, άσκοπες μέρες, η πόλη της Ρώμης, στενή σαν ένα μίζερο διαμέρισμα, ανία, γυμναστική, πορνογραφία, έγκλημα· φωτεινές και σκοτεινές σελίδες, τυφλές παράγραφοι σαν αρουραίοι, αράδες σαν φωταγωγημένα τούνελ, λέξεις που οδηγούν κατευθείαν στον «υπόκοσμο της γλώσσας», σημάδια μιας λούμπεν ιστορίας που αφηγείται η Μπιάνκα. Είναι αλήθεια πως τούτο το λιγνό βιβλίο περιέχει τουλάχιστον τρία βιβλία μέσα στις λιγοστές σελίδες του (128). Το βιβλίο της μέρας, σαν αρνητικό της νύχτας (Μπιάνκα), το βιβλίο της νύχτας, που αντιπροσωπεύεται από την τυφλότητα του Μασίστα, και το βιβλίο του ατυχήματος, του έρωτα, της αγάπης: ο Μασίστας τυφλώνεται ύστερα από ένα ατύχημα με αμάξι, οι γονείς της Μπιάνκα σκοτώνονται, επίσης, σε αυτοκινητικό δυστύχημα, η Μπιάνκα ερωτεύεται τον Μασίστα, παραμελώντας την αποστολή που της έχουν αναθέσει οι τρεις νεαροί, και η έκταση του βιβλίου καλύπτεται από δύο σκιές.

Μια ψηλή σκιά που διαρκώς μικραίνει -προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για τον θάνατο του Μπολάνιο- και μια μικρή σκιά που διαστέλλεται, όπως ένας βράχος που κατεβαίνει από τον ουρανό και, καθώς πλησιάζει, η σκιά του μεγαλώνει. Ο βράχος έχει χαραγμένο πάνω του τον αριθμό 2666, το βιβλίο που έγραφε ο Μπολάνιο τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του και ολοκληρώθηκε με τον θάνατό του, και το «Λούμπεν μυθιστορηματάκι» μοιάζει με το ίχνος εκείνου του μυθικού μεγαλόσωμου μυθιστορήματος, αφού κουβαλά τα χαρακτηριστικά του: τρυφερό, τερατώδες, ωμό, αγωνιώδες, γελοίο.

Πρωτοδιάβασα το βιβλίο, στην αγγλική του μετάφραση, την Πρωτοχρονιά του ’15, από τα μεσάνυχτα ώς την αυγή, κι όταν ξημέρωσε, για μια στιγμή φοβήθηκα πως όλα είχαν κοκαλώσει, πως το ξημέρωμα είχε κολλήσει, πως το φως δεν προχωρούσε, πως η μέρα δεν προχωρούσε, πως τίποτα δεν προχωρούσε. Για μια στιγμή, τα πάντα είχαν παγώσει. Λες κι εκείνο το πρωινό της πρώτης μέρας του χρόνου αντιδρούσε στις ύστατες λέξεις του μυθιστορήματος: «Υπήρχε ένα κενό που ήταν το δικό μου κενό, μια σκιά που ήταν η δική μου σκιά», μια φράση σαν πυροτέχνημα που με φώτισε και με τύφλωσε, την ίδια στιγμή, λες και τα μάτια μου ήταν ανοιχτά και κλειστά, ταυτόχρονα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ