ΚΟΣΜΟΣ

ΗΠΑ - Ευρώπη προετοιμάζονται για νέα εποχή σχέσεων με την Αγκυρα

REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τουρκία

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Η αντιπαράθεση μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ και η συναλλαγματική κρίση που προκλήθηκε, μετατράπηκαν σε πολιτικό πρόβλημα πρώτης γραμμής, λέει ο Ρίτσαρντ Χάας, πρόεδρος του ινστιτούτου Council on Foreign Relations και πρώην στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών στην Ουάσιγκτον.

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει δίκιο να διαμαρτύρεται για την κράτηση του πάστορα Αντριου Μπράνσον. Η αντίδρασή της υπήρξε, όμως, αντιπαραγωγική. Η επιβολή επιπλέον δασμών στις εισαγωγές τουρκικού χάλυβα και αλουμινίου στις ΗΠΑ μπορεί να υποσκάψει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην τουρκική οικονομία, πυροδοτώντας ευρύτερη κρίση, ικανή να πλήξει το παγκόσμιο οικονομικό ικρίωμα. Την ίδια ώρα, οι δασμοί επιτρέπουν στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να αποδίδει στις ΗΠΑ τα προβλήματα της χώρας του και όχι στην ανικανότητα της κυβέρνησής του.

Η τουρκική κυβέρνηση μπορεί ακόμη να βρει νομική διέξοδο για την αποφυλάκιση του Μπράνσον, ενώ ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή των δασμών. Ο,τι και να συμβεί, όμως, η «δομική κρίση» στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις θα παραμείνει. Παρατηρούμε έτσι τη σταδιακή, αλλά σταθερή, υποβάθμιση της συμμαχίας μεταξύ Δύσης και Τουρκίας.

Η σχέση αυτή βασίσθηκε ιστορικά σε δύο αρχές. Πρώτον, ότι η Τουρκία είναι μία φιλελεύθερη δημοκρατία, μέρος της Δύσης. Η Τουρκία, όμως, δεν είναι ούτε φιλελεύθερη ούτε δημοκρατική, καθώς κυβερνάται τα τελευταία χρόνια από το AKP, με την εξουσία να συγκεντρώνεται πλέον στα χέρια του προέδρου Ερντογάν.

Η δεύτερη αρχή, που υπογραμμίζει τη «δυτική φύση» της Τουρκίας, αφορά την ευθυγράμμιση της Αγκυρας με τη δυτική εξωτερική πολιτική. Η Τουρκία αγόρασε πρόσφατα από τις ΗΠΑ περισσότερα από 100 μαχητικά αεροσκάφη F-35. Την ίδια στιγμή, όμως, η Αγκυρα υποστηρίζει τη δράση ακραίων ισλαμικών οργανώσεων στη Συρία, προσεγγίζει το Ιράν και υπέγραψε συμφωνία αγοράς του αντιπυραυλικού συστήματος S-400 από τη Ρωσία.

Τουρκία και ΗΠΑ έχουν βρεθεί σε αντίπαλες πλευρές του πολέμου στη Συρία, εξαιτίας της αμερικανικής στήριξης προς τους Κούρδους.

Κάποιοι μπορεί να ισχυρισθούν ότι η παρούσα τουρκοαμερικανική ένταση δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Οι Τούρκοι ουδέποτε συγχώρησαν στις ΗΠΑ την απόφασή τους να αποσύρουν τους πυρηνικούς πυραύλους από το τουρκικό έδαφος το 1962, ενώ οι δύο χώρες διαφώνησαν επανειλημμένως για την τουρκική κατοχή της βόρειας Κύπρου, μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Το 2003, η Τουρκία αρνήθηκε να προσφέρει άδεια σε αμερικανικά αεροσκάφη να αξιοποιήσουν τη βάση του Ιντσιρλίκ για επιχειρήσεις εναντίον του Ιράκ, ενώ πιο πρόσφατα, η άρνηση των αμερικανικών αρχών να εκδώσουν τον αυτοεξόριστο στις ΗΠΑ ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν εξόργισε την κυβέρνηση Ερντογάν, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016.

Το «τέλος» του Ερντογάν

Οι σημερινές εξελίξεις, όμως, είναι διαφορετικές. Η λήξη του Ψυχρού Πολέμου άφησε την Αγκυρα και την Ουάσιγκτον σε έναν «γάμο χωρίς έρωτα», με τις δύο χώρες να «συγκατοικούν» χωρίς να μοιράζονται πια τις ίδιες γεωπολιτικές επιδιώξεις.

Το κυριότερο πρόβλημα αφορά την έλλειψη μηχανισμών αποχώρησης από το ΝΑΤΟ. Η Τουρκία θα μπορούσε να αποχωρήσει οικειοθελώς από τη Συμμαχία, αλλά δεν μπορεί να εκδιωχθεί από αυτήν. ΗΠΑ και Ε.Ε. θα πρέπει, έτσι, να υιοθετήσουν πολιτική αναμονής, περιμένοντας το τέλος της «περιόδου Ερντογάν» και προσφέροντας στη νέα πολιτική ηγεσία της Αγκυρας νέα μεγάλη συμφωνία στρατηγικής συμμαχίας. Η συμφωνία αυτή θα πρέπει να περιέχει εγγυήσεις υιοθέτησης δημοκρατικών αρχών, με την Αγκυρα να δεσμεύεται σε εξωτερική πολιτική αφιερωμένη στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την ανάσχεση του επεκτατισμού του Κρεμλίνου.

Ο πρόεδρος Ερντογάν προειδοποίησε πρόσφατα ότι η τουρκοαμερικανική συμμαχία απειλείται και ότι η Τουρκία μπορεί να αρχίσει να ψάχνει για νέους συμμάχους. Είναι ώρα ΗΠΑ και Ευρώπη να προετοιμάζονται για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ