ΜΟΥΤΖΤΑΜΠΑ ΡΑΧΜΑΝ*

Το ελληνικό δράμα και ο ρόλος του ΔΝΤ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Ελλάδα εξήλθε χθες από την περίοδο των μνημονίων, ύστερα από οκτώ μακρά χρόνια υπό την εποπτεία της Ε.Ε. και του ΔΝΤ. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να μιλάμε για επιτυχία. Αντ’ αυτού, το επεισόδιο αναδεικνύει ξεκάθαρα τα όρια της εμπλοκής του ΔΝΤ στις υποθέσεις της Ευρώπης.

Υπό μία στενή έννοια, τα τρία προγράμματα διάσωσης πέτυχαν τον σκοπό τους, αποκαθιστώντας σε κάποιο βαθμό την εμπιστοσύνη των επενδυτών και την πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές που χάθηκε το 2009-10. Σε αυτό συνέβαλε και το πολυαναμενόμενο πακέτο ελάφρυνσης χρέους από την Ευρωζώνη που ανακοινώθηκε τον περασμένο Ιούνιο και ήταν πιο γενναιόδωρο του αναμενομένου.

Η συνολική εμπειρία της χώρας, όμως, υπό την εποπτεία των επίσημων δανειστών της υπήρξε αρνητική. Η οικονομία συρρικνώθηκε κατά περίπου 25% και τα θεμελιώδη μεγέθη της παραμένουν ιδιαίτερα εύθραυστα: το δημόσιο χρέος έχει εκτοξευθεί σχεδόν στο 180% του ΑΕΠ· η ανεργία παραμένει πεισματικά υψηλή και το τραπεζικό σύστημα είναι επιβαρυμένο με μη εξυπηρετούμενα δάνεια και κεφαλαιακούς ελέγχους.

Οταν ξεκίνησαν τα βάσανα της Ελλάδας το 2009, υπήρχαν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της εμπλοκής του ΔΝΤ. Η Ευρωζώνη τότε δεν διέθετε τις ειδικές γνώσεις, τα εργαλεία ή τη δύναμη πυρός για να διαχειριστεί τις χώρες που δεν μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από τις αγορές. Μάλιστα, το άρθρο 125 των συνθηκών της Ε.Ε. απαγόρευε ρητά τις διασώσεις μελών της Ευρωζώνης. Αυτό άλλαξε με αργούς ρυθμούς, καθώς οι ηγέτες της Ευρωζώνης ενίσχυσαν τις άμυνες του κοινού νομίσματος, καταλήγοντας στη σύσταση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας τον Σεπτέμβριο του 2012.

Ωστόσο, κάποια στιγμή, ο ρόλος του ΔΝΤ έγινε αντιπαραγωγικός. Το Ταμείο πίστευε ότι όλα τα προβλήματα της Ελλάδας ήταν απόρροια των δημοσιονομικών ανισορροπιών της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εστίασε πολύ περισσότερο στα λεγόμενα «διαρθρωτικά» ζητήματα - μεταρρυθμίσεις, που θα επέτρεπαν στις επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν και να απολύουν κόσμο ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες, που θα διευκόλυναν το επιχειρηματικό κλίμα και θα περιόριζαν τη διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα στον υπερδιογκωμένο δημόσιο τομέα και στο δικαστικό σύστημα.

Αυτές οι διαφορετικές προοπτικές των Βρυξελλών και της Ουάσιγκτον οδήγησαν σε μακροχρόνιο τέλμα. Οι συμβιβασμοί στους οποίους κατέληγαν οδηγούσαν συνεχώς σε περισσότερη λιτότητα. Η πολιτική αυτή δεν είχε καμία λογική, κι όμως επιβλήθηκε σε διαδοχικές κυβερνήσεις ανεξαρτήτως των πολιτικών και κοινωνικών συνεπειών.

Η συνεργασία των Ευρωπαίων με το ΔΝΤ λειτουργεί μόνο όταν και οι δύο πλευρές ουσιαστικά συμφωνούν στη διάγνωση του προβλήματος. Αυτό όντως συνέβαινε στις περιπτώσεις της Ιρλανδίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Κύπρου. Οταν δεν υπάρχει αυτή η συμφωνία, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, η συνεργασία αυτή οδηγεί σε στασιμότητα και οικονομικό αυτοτραυματισμό.

Η Ευρώπη, συνεπώς, πρέπει να βρει την αυτοπεποίθηση να δράσει μόνη της. Η γαλλογερμανική διακήρυξη στο Μέσεμπεργκ της Γερμανίας, στις 19 Ιουνίου, είναι ένα μικρό βήμα στη σωστή κατεύθυνση. Στη διακήρυξη αυτή ο Εμανουέλ Μακρόν και η Αγκελα Μέρκελ συμφώνησαν να ενισχύσουν περαιτέρω τον ΕΜΣ, ώστε να αποκτήσει την εξειδίκευση και τα εργαλεία που χρειάζεται για να στηρίζει τη διαδικασία οικονομικής ανασυγκρότησης των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και να προλαμβάνει πιθανές κρίσεις χρέους.

Πρέπει να κάνουν ακόμα περισσότερα. Η διακυβέρνηση του ΕΜΣ είναι θεμελιωδώς προβληματική. Η «διακυβερνητική» της δομή δίνει στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, ειδικά τα μεγαλύτερα, όπως η Γερμανία, υπερβολική επιρροή επί των αποφάσεών του. Δεν πρέπει οι επιλογές του ΕΜΣ σχετικά με χώρες υπό προγράμματα προσαρμογής να επηρεάζονται από εκλογικές επιταγές σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο.

Ενας τρόπος να θωρακιστεί ο ΕΜΣ από τον πολιτικό κύκλο είναι να υπαχθεί στις συνθήκες της Ε.Ε. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, πρέπει το ισχύον σύστημα της απόφασης διά ομοφωνίας να αντικατασταθεί από ένα πλειοψηφικό σύστημα. Αυτό θα αφαιρούσε τη δυνατότητα άσκησης βέτο από οποιαδήποτε χώρα ατομικά. Ούτε αυτή η αλλαγή δεν θα γίνει εύκολα – κανένα μέλος της Ευρωζώνης δεν θέλει να δώσει μεγαλύτερο λόγο επί του κρατικού του προϋπολογισμού σε άλλες χώρες αντί του δικού του κοινοβουλίου. Είναι όμως αναγκαία αν πρόκειται ο ΕΜΣ να είναι αποτελεσματικός φορέας εξυγίανσης των κρατών-μελών του κοινού νομίσματος.

Πολλοί παράγοντες συνέβαλαν στο ελληνικό δράμα. Η εμμονή του Βερολίνου με τη λιτότητα και η άδικη έλλειψη εμπιστοσύνη του προς την Κομισιόν δημιούργησαν το πλαίσιο το οποίο εκμεταλλεύθηκε το Ταμείο. Παράλληλα, πολλές ελληνικές κυβερνήσεις αποδείχθηκαν απρόθυμες να παραδεχθούν τι είχε πάει στραβά ή να καταπιαστούν σοβαρά με τη διόρθωση της κατάστασης.

Αλλά τα δεινά της Ελλάδας αναδεικνύουν τους κινδύνους της εμπλοκής του ΔΝΤ. Καθώς οι ηγέτες της Ευρωζώνης διαβουλεύονται για την πιθανότητα μεγαλύτερων αλλαγών στην ΟΝΕ ενόψει της κρίσιμης συνόδου στις 14-15 Δεκεμβρίου, και μαζεύονται σύννεφα πάνω από την Ιταλία, πρέπει να αδράξουν τη στιγμή και να δημιουργήσουν τα εργαλεία για να διαχειριστούν αποτελεσματικά, από μόνοι τους, την οικονομική διακυβέρνηση του κοινού νομίσματος.

* Ο κ. Μουτζτάμπα Ραχμάν είναι επικεφαλής Ευρώπης της εταιρείας πολιτικής συμβουλευτικής Eurasia Group.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ