ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΪΝΤΑΡΛΗΣ*

Πολεοδομικά σχέδια και δασική νομοθεσία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

To 1975, ο συνταγματικός νομοθέτης ενέταξε στο Σύνταγμα το άρθρο 24, το οποίο εισήγαγε δύο καινοτόμα για την εποχή τους στοιχεία: Πρώτον, αναγνώρισε το δικαίωμα των πολιτών να ζουν σε ένα ποιοτικό περιβάλλον, καθιστώντας έτσι την περιβαλλοντική πολιτική και επισήμως μια δημόσια πολιτική· και δεύτερον, υπήγαγε τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό στην αρμοδιότητα του κράτους, αναγορεύοντας έτσι και την πολεοδομική πολιτική σε δημόσια πολιτική.

Θα περίμενε κανείς ύστερα από τόσα χρόνια να υπάρχει ένα κώδικας περιβάλλοντος, ένα κώδικας πολεοδομίας, ένας δασικός κώδικας. Ωστόσο, όχι απλώς δεν υπάρχουν, αλλά ούτε καν έχει τεθεί από τις κατά καιρούς αρμόδιες πολιτικές και διοικητικές ηγεσίες ως προτεραιότητα, ως στόχος.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο κοινός νομοθέτης με το άρθρο 3 παρ. 6 (περ. ε) του ν. 998/1979 είχε ορίσει τις περιοχές εκείνες στις οποίες λόγω του οικιστικού χαρακτήρα τους δεν εφαρμόζεται η δασική νομοθεσία – δεν χαρακτηρίζονται δηλαδή δασικές. Στην πορεία των χρόνων που ακολούθησαν ο κατάλογος των περιοχών αυτών διευρυνόταν με αποσπασματικό τρόπο, μεταξύ άλλων και λόγω του ότι η επέκταση των οικισμών ή και διάσπαρτων οικημάτων ελάμβανε χώρα σε περιοχές που είχαν δασικό χαρακτήρα. Τις περιπτώσεις αυτές σήμερα απαριθμεί αναλυτικά το ίδιο άρθρο (περ. ζ, παρ. 6).

Χαρακτηριστικότερη όλων, πάντως, είναι η διάταξη του άρθρου 154 παρ. 1 του 4389/2016 (εντάχθηκε στο λεγόμενο τρίτο μνημόνιο), που διεύρυνε ακόμη περισσότερο τον κατάλογο εξαιρώντας από τη δασική νομοθεσία εκτάσεις που οικοδομήθηκαν με την έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4030/2011. Η βασική λογική εν προκειμένω είναι ότι σε οικισμούς, αλλά και σε εκτάσεις για τις οποίες εκδόθηκε άδεια οικοδομής, δεν έχει λόγο εφαρμογής η δασική νομοθεσία.

Το έτος 2010 ψηφίστηκε ο νόμος 3889, ο οποίος έθεσε τις βάσεις για τη δρομολόγηση της διαδικασίας ανάρτησης των δασικών χαρτών, με απώτερο τελικό στόχο την απόκτηση δασολογίου. Βασικό χαρακτηριστικό του νόμου αυτού ήταν ο ρυθμιστικός μαξιμαλισμός. Οπως όριζε στο άρθρο 13, ως υπαγόμενη στη δασική νομοθεσία θεωρείται μια περιοχή αρκεί να εμφανίζεται ως δασική είτε σε αεροφωτογραφία του έτους 1945 είτε σε πρόσφατη αεροφωτογραφία, πολύ πλησιέστερη χρονικά στην κατάρτιση του δασικού χάρτη.

Αυτά συμβαίνουν στο επίπεδο της νομοθετικής πραγματικότητας. Από την άλλη πλευρά, στο επίπεδο της πραγματικότητας όπως τη βιώνουμε, οι οικισμοί εξαπλώνονται εντός περιοχών που φέρουν μεν τυπικώς τον χαρακτηρισμό του δασικού (η ακόμη και του αναδασωτέου), αλλά στην πράξη παύουν να είναι. Στο σημείο αυτό ανακύπτει το ερώτημα τι κάνουμε με αυτές τις περιοχές ή τις μεμονωμένες εκτάσεις. Στο πεδίο εφαρμογής ποιας νομοθεσίας αυτές εμπίπτουν; Με απλά λόγια, ποια νομοθεσία θα «πάρει το πάνω χέρι», η πολεοδομική ή η δασική;

Εδώ ακριβώς είναι το σημείο που η νομοθεσία αδρανεί: Η πολιτική βούληση δεν είναι σαφής, το νομοθετικό έργο δεν προχωράει, ενώ διαχρονική αμηχανία επικρατεί ως προς την πολιτική και νομική διαχείριση του άρθρου 24 του Συντάγματος, ιδίως μάλιστα από τη χρονική στιγμή που ο ορισμός του δάσους εντάχθηκε στο Σύνταγμα.

Η επιστήμη λειτουργεί συχνά, και πρέπει να λειτουργεί, ως έρεισμα του δικαίου, δεν ταυτίζεται όμως γενικευμένα με το δίκαιο.

Πρέπει να υπάρξει υπέρβαση αυτή της κατάστασης στασιμότητας. Το κράτος θα πρέπει να αποφασίσει από τη μία τελεσίδικα ποια αυθαίρετα θα κατεδαφίσει, και άρα δεν τίθεται θέμα τακτοποίησης-νομιμοποίησής τους, και από την άλλη ποιους οικισμούς ή εκτάσεις που έχουν δομηθεί θα αποσυνδέσει, και υπό ποιες προϋποθέσεις, από το «πέπλο προστασίας» της δασικής νομοθεσίας, από τη στιγμή που δεν επιλέγει την κατεδάφισή τους. Το «πέπλο προστασίας», άλλωστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει στη θεωρητική σφαίρα, δεν υφίσταται στην πράξη, διότι το έχει παρακάμψει η ίδια η πραγματικότητα, η οποία έχει επιβάλει τη δική της κανονιστικότητα.

Η καταστροφή που επήλθε στο Μάτι οφείλει να αποτελέσει το έναυσμα για σαφή οριοθέτηση του δασικού με το πολεοδομικό, και συνακόλουθα για μια καθαρή νομική ματιά, χωρίς ιδεοληπτικές αγκυλώσεις, υπό το φως της «αρχής της πραγματικότητας». Ούτε η δασική νομοθεσία μπορεί να υποσκάπτει τον πολεοδομικό σχεδιασμό, εκεί όπου συνιστά αδήριτη πλέον ανάγκη, ούτε η παράνομη δόμηση, με βάση τις αρχές της ισονομίας και της δικαιοσύνης, μπορεί να γίνεται ανεκτή. Δασικοί οικισμοί, άλλωστε, δεν νοούνται, συνιστούν δυνάμει μια «εύφλεκτη» κατάσταση που εμπεριέχει, όπως αποδείχθηκε, σοβαρότατο κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή.

* Ο κ. Μάριος Χαϊνταρλής είναι δικηγόρος και επίκουρος καθηγητής Δικαίου Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ