ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Κρίσιμες απαντήσεις σε καυτά ερωτήματα

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΒΛΑΜΗΣ*

Τα μόνα εργαλεία πολιτικής που έχουμε στα χέρια μας είναι αυτά της εισοδηματικής και της δημοσιονομικής, τα οποία όμως υπάγονται (για όλα τα κράτη-μέλη της ΟΝΕ και όχι μόνον για την Ελλάδα) στην επαυξημένη εποπτεία των ευρωπαϊκών θεσμών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Α​​πό το 2009 η ελληνική οικονομία εισήλθε σε φάση έντονης περιδίνησης, χωρίς δυνατότητα άμεσης εξόδου από αυτήν. Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι, αν ρωτήσει κανείς 10 Ελληνες ποια ήταν τα αίτια που οδήγησαν την Ελλάδα σε αυτήν την κατάσταση, συνήθως παίρνει πολλές και διαφορετικές απαντήσεις. Κάποιες από αυτές τις απαντήσεις βασίζονται στην οικονομική αλλά και στην κοινή λογική (όλοι οι συμμετέχοντες, εγχώριοι και ξένοι, συνέβαλαν –άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο– και όλοι έχουν μερίδιο ευθύνης στο τελικό αποτέλεσμα), ενώ άλλες κινούνται στο πλαίσιο διαφόρων θεωριών συνωμοσίας εις βάρος της Ελλάδας (φταίνε οι «κακοί» Γερμανοί και η καγκελάριος Μέρκελ, φταίνε η τρόικα, ο διεθνής σιωνισμός που θέλει να καταστρέψει τον εξυπνότερο λαό του κόσμου κ.λπ.). Και να λοιπόν που φθάσαμε στο τέλος των μνημονίων… Ας κοιταχθούμε στον καθρέφτη και ας προβληματιστούμε με την πολυτέλεια της απόστασης από τα γεγονότα.

1. Οσο κακή και αν ήταν η οικονομική κατάσταση της οικονομίας μας το 2009, γιατί άραγε ένα και μοναδικό σταθεροποιητικό πρόγραμμα δεν ήταν αρκετό για την Ελλάδα, όπως συνέβη στις περιπτώσεις της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας και της Κύπρου; Οσο απλοϊκή και αν ακούγεται αυτή η ερώτηση, αλήθεια απαιτούνταν τρία σταθεροποιητικά προγράμματα για την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης; Αν το πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν ήταν τόσο φτωχό (το οποίο, φυσικά, αντανακλά τη δομή της ελληνικής κοινωνίας και το εκπαιδευτικό επίπεδο των ψηφοφόρων) και δεν υπήρχε η βιασύνη του κ. Παπανδρέου να διαδεχθεί τον κ. Καραμανλή, η σπουδή του κ. Σαμαρά να διαδεχθεί τον κ. Παπανδρέου και η ανυπομονησία του κ. Τσίπρα να διαδεχθεί τον κ. Σαμαρά στον πρωθυπουργικό θώκο, ενδεχομένως ένα και μοναδικό σταθεροποιητικό πρόγραμμα να ήταν αρκετό και να είχε εφαρμοστεί με επιτυχία. Ενα τέτοιο πρόγραμμα, το οποίο ιδεατά θα είχε σχεδιαστεί από κοινού με τους Ευρωπαίους εταίρους μας, ενδεχομένως να περιόριζε χρονικά την περίοδο μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας και την ύφεση της ελληνικής οικονομίας. Βεβαίως με «αν και θα» δεν γράφεται η Ιστορία ούτε και επιθυμούμε εδώ να γίνουμε «μετά Χριστόν προφήτες»… Ωστόσο, από την οικονομική θεωρία γνωρίζουμε ότι δεν είναι δυνατή η σταθεροποίηση μιας οικονομίας η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, χωρίς η οικονομία αυτή να περάσει από τη φάση του καθοδικού κύκλου (μείωση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος και αύξηση της ανεργίας). Η όποια επιτυχία των ασκούντων την οικονομική πολιτική έγκειται στο να καταφέρουν να μειώσουν τη χρονική διάρκεια της οικονομικής προσαρμογής και της συνεπακόλουθης μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας. Στη δική μας περίπτωση, ας μου επιτραπεί η έκφραση «δεν πιάσαμε τον ταύρο από τα κέρατα» και κάναμε ό,τι ήταν δυνατόν (για παράδειγμα, η μη ανάληψη της ιδιοκτησίας των προγραμμάτων προσαρμογής από τις ελληνικές αρχές είχε ως συνέπεια να καταστεί, με το πέρασμα του χρόνου, πεποίθηση της ελληνικής κοινής γνώμης ότι τα προγράμματα είχαν επιβληθεί έξωθεν) για να επιμηκυνθεί, αντί να μειωθεί, η διάρκεια προσαρμογής, με απώτερο στόχο το πολιτικό κόστος των αναγκαίων, αλλά αντιδημοφιλών περιοριστικών πολιτικών να επιμεριστεί μεταξύ των κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα από το 2009 μέχρι σήμερα.

2. Βγαίνουμε σοφότεροι από αυτή την οικονομική κρίση; Δεν είμαι πολύ σίγουρος με αυτά που ακούγονται στον δημόσιο διάλογο περί «ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας μας» μετά το πέρας των μνημονίων. Αλήθεια για ποια εθνική κυριαρχία μιλούμε όταν σε μια νομισματική ένωση όλα τα μέλη της ένωσης έχουν εκχωρήσει οικειοθελώς τα εργαλεία της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής σε υπερεθνικό επίπεδο; Τα μόνα εργαλεία πολιτικής που έχουμε στα χέρια μας είναι αυτά της εισοδηματικής και της δημοσιονομικής, τα οποία όμως υπάγονται (για όλα τα κράτη-μέλη της ΟΝΕ και όχι μόνον για την Ελλάδα) στην επαυξημένη εποπτεία των ευρωπαϊκών θεσμών. Ως εκ τούτου, η όποια συζήτηση περί οικονομικής ανάπτυξης θα πρέπει να επικεντρωθεί στο σκέλος της συνολικής προσφοράς και όχι της συνολικής ζήτησης.

3. Ευρώ ή εθνικό νόμισμα; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, το νομισματικό καθεστώς δεν μπορεί από μόνο του να λύσει τα χρόνια διαρθρωτικά μακροοικονομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας (δημοσιονομικό έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό και έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο πληρωμών). Θα ήθελα εδώ να τονίσω ότι όλοι όσοι ερωτοτροπούν με την ιδέα του εθνικού νομίσματος ως πανάκειας στα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας έχουν όχι μόνον βραχεία αλλά και επιλεκτική μνήμη. Τεχνηέντως ξεχνούν να αναφέρουν ότι δεν είναι το ευρώ που έφερε τα προβλήματα στην ελληνική οικονομία. Τα δίδυμα ελλείμματα προϋπήρχαν της συμμετοχής της ελληνικής οικονομίας στην ΟΝΕ και γι’ αυτό, ιδιαίτερα την εποχή της δραχμής, εφαρμόστηκε στην Ελλάδα σημαντικός αριθμός προγραμμάτων αυστηρής δημοσιονομικής λιτότητας (σταθεροποιητικό πρόγραμμα Σημίτη 1985-1987, Σουφλιά - Μάνου 1990-1993, Γεννηματά - Παπαδόπουλου 1993-1995).

Συμπερασματικά, θεωρώ ότι τα ερωτήματα που θα πρέπει να μας απασχολήσουν στη μετα-μνημονίων εποχή είναι η θέση της ελληνικής οικονομίας στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας/κεφαλαίου και ο ρόλος που μπορεί να παίξει η Ελλάδα στην εποχή της ρομποτικής και της τεχνιτής νοημοσύνης. Τέλος, «και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Oι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις» (Κ.Π. Καβάφης, «Περιμένοντας τους Bαρβάρους», από τα «Ποιήματα 1897-1933», Ικαρος 1984). Μιας και δεν το κάναμε ως κοινωνία την περίοδο της κρίσης, θεωρώ ότι είναι εκ των ων ουκ άνευ να συζητηθεί διεξοδικά μεταξύ των παραγοντικών φορέων και να αναδειχθεί μέσα από τον δημόσιο διάλογο εκείνο το παραγωγικό μοντέλο που είναι κατάλληλο για την ελληνική οικονομία, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη τις ιδιαιτερότητές της.

* Ο κ. Πρόδρομος Βλάμης είναι επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ