ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο κύριος Πούχνερ!

Του Γιαννη Βαρβερη

Οκατά τα άλλα σοφός καθηγητής της Θεατρολογίας κ. Βάλτερ Πούχνερ, υπό τίτλο «Συνηγορία μίμων» (εφ. ΤΑ ΝΕΑ 21.7.2001) «διέλυσε» με «επιχειρήματα» συλλήβδην και από καταβολής της τη θεατρική κριτική του τόπου αυτού, στην οποία βέβαια είναι και επιστημονικός οφειλέτης, οραματιζόμενος μια άλλη, «ιδανική» στη θέση της. Αλλά ποιος τον εμποδίζει τόσα χρόνια, ποιος τον κρατά; Εδώ μαθητές του και ήδη διαπρέπουν. Γεννημένος το '47, είναι καιρός, επιτέλους αδημονούμε, να κατέβει στο μαχόμενο θέατρο και στην κριτική του με την ίδια παρρησία που την κατατρόπωσε. Και είναι καιρός, αφού οι «οραματισμοί» του τον καλούν να ξεφωλιάσει από τις αποτιτανωμένες περιοχές του θεάτρου, τους ωκεανούς των υποσημειώσεων και των παραπομπών, προς χάριν και επί της σορού των οποίων πυργώνει θεωρίες, εξορύσσει νεκρές λεπτομέρειες και σπουδαιολογεί, συχνά επί ασημάντων - ασημάντων επειδή ακριβώς ουδεμία ουσιαστική επιρροή είχαν ή έχουν στη δρώσα θεατρική πράξη. Αλήθεια, τι πραγματικά αγάπησε ο κ. Πούχνερ από την πνοή της ελληνικής σκηνής όταν καταρρακώνει τους, ναι, δευτερογενείς εκείνους που με τη χωλαίνουσα σοφία και το ελλιποβαρές ήθος τους πάλεψαν και παλεύουν να την αφουγκραστούν; Φαντάζομαι ότι η κατάσταση σε κατά πολύ και σε πολλά δυναμικότερες και πιο... πειθαρχημένες χώρες θα μπορούσε να τον είχε εμπνεύσει πολύ περισσότερο. Ομως, και ίσως κρίμα, εδώ κι όχι εκεί ξεπέζεψε ούτε και στοιχεία για εκεί μας προσκομίζει τουλάχιστον σ' αυτό το άρθρο, ώστε να μας βοηθήσει συγκριτικά να συνειδητοποιήσουμε την ουτιδανότητά μας.

Μεταξύ άλλων, ο κ. Πούχνερ διαπιστώνει ότι η γενικά αρνητική κατ' αυτόν λειτουργία της θεατρικής κριτικής στην Ελλάδα πάσχει από: «ημιμάθεια», «σνομπισμό», «αλαζονεία», «προκατάληψη», «στενομυαλιά», «αναισθησία», «αυθαιρεσία», «εξυπνακισμό» κι ακόμα ότι είναι «κοντόφθαλμη», «εκφραστικά στερεότυπη», «επαρχιώτικα δασκαλίστικη», «ρητορική» και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός. Απ' αυτές τις κατάρες βέβαια εκείνος εξαιρείται ως ανεπίληπτος ακαδημαϊκός διδάσκαλος (και ως εκ τούτου επίδοξος ακαδημαϊκός;) αφού όποιος δεν οδηγεί αυτοκίνητο θωρακίζεται έναντι πάσης συγκρούσεως ή έστω οδηγητικής βαθμολογίας.

Πριν όμως αρχίσει τον νεκρικό στολισμό του, ο κ. Πούχνερ αναφέρεται και σε «γνωστές λαμπρές εξαιρέσεις», τις οποίες ως προνοητικός, ασφαλώς, και δεν κατονομάζει. Πάντως, αν καλή τη τύχη, είχε σκεφτεί να με συναριθμήσει, θα του επέστρεφα επιμελώς την εξαίρεση. Ποιος μπορεί να δεχθεί κάτι τέτοιο από έναν άνθρωπο ο οποίος δεν πάει, ακούσατε; ΔΕΝ ΠΑΕΙ, το θέατρο! Εχει δε αναπτύξει και άποψη επ' αυτού!

Ο κ. Πούχνερ με αυτό το δούρειο άρθρο επιχείρησε αιφνιδίως και με περίεργα τα κίνητρα της χρονικής συγκυρίας, να κερδίσει ανέξοδα, πονηρά και ιδίως λαϊκίστικα το έμπρακτα άκρως περιφρονημένο απ' αυτόν θεατρικό μας συνάφι - συγγραφείς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, ηθοποιούς. Το συνάφι όμως είναι ξύπνιο, κύριε καθηγητά και ό,τι και να σας πει, το πιστεύω, δεν καταδέχεται τη δωρεάν συνηγορία σας του νεροπίστολου. Εσείς δεν υπήρξατε ποτέ συλλέκτης εχθροτήτων ή και ελάχιστων συμπαθειών, δεν λοιδορηθήκατε, δεν απειληθήκατε ποτέ ακόμη και από χ(οι)ροδικία, γενικά δεν τολμήσατε ποτέ τίποτε εκτός από την εύκολη επίθεση της «αντιπαθητικής» θεατρικής κριτικής. (Ούτε και τις εξαιρέσεις είχατε το κουράγιο να ονοματίσετε, τουλάχιστον για να ηρεμήσουν κάποιες ανυπεράσπιστες σκιές)...

Και ορισμένα δίκαια σε κάποια σημεία να είχατε, δεν νομιμοποιείσθε ειδικά εσείς να τα πείτε, ο θέσει (φύσει δεν ξέρω) αναίμακτος Μεσσίας. Γιατί εσείς είστε στρατηγός θεάτρου και απόλεμος, αν όχι δραπέτης σκηνής. Περαιτέρω το βαθύτερο, αλλά το βαθύτερο, ήθος αυτού που γράψατε -καλλιεπέστατα και με γνώση και χολερικότητα... κριτικού, είναι αλήθεια- ενίοτε ο λαός μας ξέρετε πώς το λέει; «Τζάμπα μαγκιά».

Τέλος, ας μην παρεξηγηθώ. Με αυτά που λέω, δεν παίρνω ειδικά το μέρος κανενός ζώντος ή τεθνεώτος θεατρικού κριτικού, ούτε ασφαλώς και το δικό μου. Αλλά μόνον καχυποψία ίσως δε και οργή μπορεί να προκαλέσει αυτή η γενικευμένη κάτω απ' τη ζώνη πέρα ώς πέρα μαχαιριά από αφ' υψηλού «Αλεξανδρινό» σε «αλεξανδρινούληδες», που είχαν ή έχουν το θάρρος να εκτίθενται και το «θράσος» να πηγαίνουν... στο θέατρο.

Έντυπη