ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Πνίγει» το υψηλό εξωτερικό χρέος τον τουρκικό ιδιωτικό τομέα

Οι Τούρκοι πολίτες που έχουν κάποια οικονομική επιφάνεια φεύγουν στο εξωτερικό. Η εμπιστοσύνη στην οικονομία κατέρρευσε στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από τον Μάρτιο του 2009, εξαιτίας της επιδείνωσης των διπλωματικών σχέσεων Αγκυρας - Ουάσιγκτον.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τουρκία

Εξωτερικό χρέος 179 δισ. δολαρίων πρέπει να καλύψει η Τουρκία το 2019, εκ των οποίων τα 146 δισ. δολάρια είναι υποχρεώσεις του ιδιωτικού τομέα και ιδιαίτερα των τραπεζών, προειδοποιεί η JPMorgan. Οπότε δεν φαίνεται να έχει βάση η εκτίμηση του Μπεράτ Αλμπαϊράκ, υπουργού Οικονομικών της Τουρκίας και γαμπρού του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για την οικονομία ή το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας, όπως αναφέρεται στην εφημερίδα Hurriyet.

Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι το ύψος των δανείων που οφείλουν οι τουρκικές επιχειρήσεις και τράπεζες διογκώνεται εξαιτίας της κατάρρευσης του νομίσματος της χώρας. Αυτός είναι ο λόγος που ο οίκος αξιολόγησης Moody’s ανακοίνωσε αρχές της εβδομάδας την υποβάθμιση 20 χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένης της Isbank, που είναι η μεγαλύτερη εισηγμένη τράπεζα της χώρας.

Η τουρκική λίρα έχει χάσει το 40% της αξίας της έναντι του δολαρίου από τις αρχές του έτους. Χθες διολίσθησε μέχρι τις 6,2480 λίρες έναντι του δολαρίου, υποχωρώντας κατά 3% μέσα σε μία μόνο μέρα. Εναντι του ευρώ, η τουρκική λίρα έχει εξασθενίσει περισσότερο από 30% σε ένα τρίμηνο. Χθες παρουσίασε απώλειες 2,55%, στις 7,2927 λίρες έναντι του ευρώ. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) υπολογίζει ότι το συνολικό χρέος της Τουρκίας σε ξένο νόμισμα θα ξεπεράσει το ήμισυ του ΑΕΠ της χώρας, λόγω της μεγάλης εξασθένησης της τουρκικής λίρας. «Θα είναι υψηλές οι ανάγκες χρηματοδότησης το επόμενο δωδεκάμηνο και η πρόσβαση στις αγορές θα είναι πολύ δύσκολη», τονίζει η JPMorgan στην έκθεση που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα.

Οι επενδυτές εγκαταλείπουν μαζικά την Τουρκία εδώ και μήνες. Επίσης, οι Τούρκοι πολίτες που έχουν κάποια οικονομική επιφάνεια φεύγουν για το εξωτερικό. Η εμπιστοσύνη στην οικονομία κατέρρευσε στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από τον Μάρτιο του 2009, εξαιτίας της επιδείνωσης των διπλωματικών σχέσεων Αγκυρας - Ουάσιγκτον. Αυτή η αντιπαράθεση έλαβε και εμπορικές διαστάσεις, με τον Λευκό Οίκο να αυξάνει τους δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου από την Τουρκία. Η κυβέρνηση Ερντογάν αντέδρασε με αντίποινα. Δρομολόγησε αύξηση δασμών στο 140% για τις εισαγωγές αλκοόλ από τις ΗΠΑ, στο 120% για τα αμερικανικά αυτοκίνητα και στο 60% για τα προϊόντα καπνού. Διπλασίασε, επιπλέον, τους δασμούς στα καλλυντικά, το ρύζι και τον άνθρακα από τις ΗΠΑ.

Οι τεταμένες σχέσεις των ΗΠΑ με την κυβέρνηση Ερντογάν ενίσχυσαν το κλίμα αβεβαιότητας για την πορεία της τουρκικής οικονομίας. Ομως η οικονομική κρίση στην Τουρκία έχει ξεκινήσει προ πολλού. Ενα από τα πιο ανησυχητικά σημάδια για τους ξένους επενδυτές είναι η διστακτικότητα της κεντρικής τράπεζας να προχωρήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού για να αναχαιτίσει τον πληθωρισμό. Οι τιμές των προϊόντων αυξήθηκαν κατά 15,85% τον Ιούλιο, αντανακλώντας το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2004. Το ΔΝΤ και στρατηγικοί αναλυτές έχουν τονίσει ότι η κεντρική τράπεζα πρέπει να λειτουργήσει ανεξάρτητα.

Ομως ο πρόεδρος της χώρας έχει δηλώσει ότι τα υψηλά επιτόκια είναι η «πηγή όλων των δεινών». Μετά τη συνταγματική μεταρρύθμιση του Απριλίου του 2017, ο κ. Ερντογάν μπορεί να ορίζει τον επικεφαλής και τους υποδιοικητές της κεντρικής τράπεζας.

Προς το παρόν, η Ευρώπη δεν φαίνεται ότι έχει την πρόθεση να παρέχει στήριξη στο καθεστώς Ερντογάν, παρότι η Αγκυρα καταβάλλει προσπάθειες για σύσφιγξη των σχέσεων με την Ε.Ε. Το Βερολίνο διέψευσε την περασμένη εβδομάδα δημοσίευμα που ήθελε την κυβέρνηση Μέρκελ να προσφέρει οικονομική βοήθεια στην Αγκυρα.

Στις αρχές της εβδομάδας, ο κ. Αλμπαϊράκ επισκέφθηκε το Παρίσι, όπου ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Μπρινό Λε Μερ παρότρυνε την Αγκυρα να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ