ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΜΑΡΑΣ*

Η αυξανόμενη επιρροή των τεχνοκρατών της διασποράς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι τηλεσυνεδριάσεις καθιστούν εφικτή τη συμμετοχή Ελλήνων της διασποράς ως μη εκτελεστικών μελών σε διοικητικό συμβούλιο ελληνικού φορέα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υ​​ποθέσεις όπως αυτές του Ανδρέα Γεωργίου της ΕΛΣΤΑΤ ή του Σταμάτη Κριμιζή αναδεικνύουν την αυξανόμενη επίδραση και αντιπαράθεση που προκαλεί η παρουσία των τεχνοκρατών και πανεπιστημιακών της διασποράς στον δημόσιο βίο της χώρας. Οι παράγοντες που διαμορφώνουν αυτή την τάση είναι οι ποικίλοι:

•Η μείωση του κόστους των αερομεταφορών και η εκμηδένιση του κόστους επικοινωνίας που διευκολύνουν τη σύμπραξη των Ελλήνων της διασποράς με την Ελλάδα. Είναι εφικτό να συμμετάσχεις ως μη εκτελεστικό μέλος σε διοικητικό συμβούλιο ελληνικού φορέα με τη βοήθεια συχνών τηλεσυνεδριών. Οι επισκέψεις στην Ελλάδα από τη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη είναι συμβατές με ένα μέσο - ανώτερο εισόδημα.

•Το Διαδίκτυο διευκολύνει τη συνεργασία πανεπιστημιακών της διασποράς με εγχώρια μέσα μαζικής ενημέρωσης και έχει διαμορφώσει ένα πεδίο δημόσιου διαλόγου για την Ελλάδα οι συμμετέχοντες στο οποίο δεν διαβιούν κατά ανάγκη στη χώρα.

•Η υιοθέτηση από την Ελλάδα προτύπων και διαδικασιών από την Ε.Ε. που καλύπτουν ένα τεράστιο φάσμα, από τη διαδικασία της Μπολόνια στην παιδεία μέχρι την επίβλεψη από την ΕΚΤ των μεταρρυθμίσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα της χώρας, που προσδίδουν αξία και εφαρμοστικότητα στις εξειδικεύσεις των τεχνοκρατών της διασποράς.

•Η θεσμική αυτονομία του Ελληνα τεχνοκράτη, που σημαίνει ότι είναι σε θέση να υιοθετήσει και να εκφράσει απόψεις που έρχονται σε αντίθεση με ισχυρές ομάδες συμφερόντων στην Ελλάδα και να προπαγανδίσει υπέρ τους, χωρίς να υποστεί βλαβερές συνέπειες στη σταδιοδρομία του και στο εισόδημά του.

•Η δημιουργία σε βάθος δεκαετιών μιας μεγάλης δεξαμενής Ελλήνων τεχνοκρατών στο εξωτερικό. Η αποτυχία ελληνικών θεσμών έχει συμβάλει, μέσω της διαρροής εγκεφάλων, στη δημιουργία πνευματικών πόρων που σήμερα καλύπτουν τα κενά που έχουν δημιουργήσει αυτοί οι θεσμοί.

Η αυξητική τάση της επιρροής του τεχνοκράτη της διασποράς στα δημόσια πράγματα της χώρας δεν ξεκίνησε με την κρίση. Η οικονομική κατάρρευση της χώρας όμως λειτούργησε ως επιταχυντής αυτής της τάσης. Αυτό συνέβη κατ’ αρχάς επειδή τα διαδοχικά μνημόνια επέβαλαν τη συνολική αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα και έτσι έχουν διαμορφώσει ζήτηση για τεχνοκρατική εξειδίκευση που συχνά δεν είναι παρούσα στην Ελλάδα. Επιπλέον όμως, η ένταση της κρίσης, η διεθνής υπόστασή της και η καθολικότητα των προσταγμάτων των πιστωτών σχεδόν σε όλα τα πεδία πολιτικής έχουν προκαλέσει έναν ανάλογο δημόσιο και επιστημονικό διάλογο όπου οι τεχνοκράτες της διασποράς έχουν και κίνητρο και ευκαιρία να συμμετάσχουν, λόγω του ειδικού ενδιαφέρον τους για τη χώρα, της επιστημονικής κατάρτισής τους και της αξιοπιστίας τους στην Ελλάδα.

Ο τεχνοκράτης της διασποράς κατέχει σειρά χαρακτηριστικών που τον διαφοροποιούν από τον ξένο τεχνοκράτη που επέλεξε να εμπλακεί με την Ελλάδα. Κατέχει κύκλο φίλων και συνεργατών στην Ελλάδα με τους οποίους μπορεί να χαράξει μια στρατηγική. Η έγνοια για το καλό όνομά του και η ταύτιση με τη χώρα σημαίνουν ότι η εμπλοκή με την Ελλάδα είναι μακροπρόθεσμη και τα κίνητρα της απεμπλοκής, του «να ξεμπερδεύουμε» λόγω τοπικών αντιδράσεων και αντιπαραθέσεων, είναι λιγότερο ισχυρά. Η σχέση με τα ελληνικά πράγματα παρέχεται συχνά με μικρό ή μηδαμινό κόστος για τους ελληνικούς οργανισμούς που απασχολούν τους τεχνοκράτες της διασποράς, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να αγνοήσουν το «κόστος ευκαιρίας» της μη ενασχόλησής τους με πιο προσοδοφόρες χώρες.

Αξίζει να εξετάσουμε κατά πόσον η κατηγορία αυτή επιδεικνύει συγκεκριμένες ιδεολογικές προτιμήσεις. Οι τεχνοκράτες της διασποράς έχουν την τάση να αντιπροσωπεύουν αυτό που θεωρείται βέλτιστη πρακτική και ορθή μεθοδολογική προσέγγιση στα πεδία δημόσιας πολιτικής όπου ειδικεύονται, η οποία οδηγεί σε συγκεκριμένες προτιμήσεις πολιτικής.

Τέτοιες πρακτικές, μεθοδολογικές προσεγγίσεις και προτιμήσεις πολιτικής εκλαμβάνονται διεθνώς, από τους ίδιους τους τεχνοκράτες της διασποράς και τους εγχώριους υποστηρικτές τους, ως κατάλληλες για υιοθέτηση σε παγκόσμιο επίπεδο. Ως τέτοιες, αντίκεινται στους ισχυρισμούς περί ελληνικής μοναδικότητας.

Πολλοί από τους τεχνοκράτες της διασποράς είναι καταξιωμένοι επαγγελματίες στις δυτικές κοινωνίες και κατέχουν ηγετικές θέσεις στους οργανισμούς αυτών των κοινωνιών που τείνουν να παράγουν, σε πλανητικό επίπεδο, ηγεμονικές αντιλήψεις, προσεγγίσεις και δημόσιες πολιτικές. Ο Ανδρέας Γεωργίου ως νούμερο δύο στη διεύθυνση στατιστικής του ΔΝΤ ηγήθηκε του προγράμματος στατιστικής του Ταμείου για τη μεθοδολογική ανάπτυξη και διάχυση παγκοσμίως των νέων δεικτών για τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Ο Ηλίας Μόσιαλος, ένας εξίσου εμβληματικός τεχνοκράτης, έχει δραστηριοποιηθεί στη μεταρρύθμιση της δημόσιας υγείας της Ελλάδας, ενώ έχει συμβουλεύσει, ως επικεφαλής του ερευνητικού ιδρύματος LSE Health, κυβερνήσεις πολλών χωρών, έως και της Κίνας, στο πώς μπορούν να αναδιαρθρώσουν τη δημόσια υγεία τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τεχνοκράτες της διασποράς δεν συμπεριλαμβάνουν φωνές που ανήκουν σε αυτό που θα αποκαλούσαμε μη ορθόδοξο στρατόπεδο. Ο Κώστας Δουζίνας από το Birckbeck, ο Κώστας Λαπαβίτσας από το SOAS και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου από το Levy Institute, και οι τρεις με έντονη παρουσία στον διεθνή και εγχώριο δημόσιο διάλογο και με ενεργή παρουσία στον πολιτικό βίο της χώρας, έχουν υποστηρίξει αντιστοίχως την εξωκοινοβουλευτική αντίσταση στους πιστωτές της χώρας, την επιστροφή στη δραχμή και τη δημιουργία παράλληλου νομίσματος.

Συμπερασματικά, λόγω των προαναφερθεισών παραμέτρων, ο τεχνοκράτης της διασποράς αποτελεί και θα αποτελεί τόσο δομικό όσο και διακριτό στοιχείο της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας και της πολιτικής αντιπαράθεσης που την περιβάλλει στην Ελλάδα.

* Ο κ. Αντώνης Καμάρας είναι ερευνητής στο Greek Diaspora Project του SEESOX στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ