ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΒΕΡΓΩΝΗΣ*, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΤΣΙΝΑΣ*

Πρέπει να είναι δεσμευτικές οι ιατρικές γνωματεύσεις;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ρόλος των γιατρών και ειδικά των ψυχιάτρων στη διαμόρφωση δικαστικών αποφάσεων έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στον νομικό κόσμο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΒΕΡΓΩΝΗΣ*
Αναγκαία η εξατομίκευση

Κ​​ανείς φυσικά δεν μπορεί να προτείνει να επιστρέψουμε στην εποχή της ακούσιας νοσηλείας επικίνδυνων ψυχοπαθών, χωρίς γνωμάτευση ψυχιάτρου, με μόνη τη διάταξη του αρμοδίου εισαγγελέα Πρωτοδικών. Ομως και κανείς δεν διανοείται την υποβολή κάποιου σε ακούσια νοσηλεία χωρίς την παρέμβαση και προσωρινή ρύθμιση του εισαγγελέα, ούτε την πιο μακροχρόνια ρύθμιση της ακούσιας νοσηλείας χωρίς την παρέμβαση του αρμοδίου δικαστηρίου – στηριζόμενες όμως και οι δύο υποχρεωτικά σε ιατρικές γνωματεύσεις. Ισως αυτή είναι η πιο χειροπιαστή περίπτωση επηρεασμού της δικαστικής - δικαιοδοτικής κρίσης από το περιεχόμενο ιατρικής γνωμάτευσης.

Εν γένει με την πάροδο του χρόνου σε όλο και περισσότερες περιπτώσεις στέρησης της προσωπικής ελευθερίας, η κύρια των οποίων είναι η επιβολή ποινής, και ο τρόπος και χρόνος έκτισής της, το δικαστήριο, ο ανακριτής και το δικαστικό συμβούλιο υποχρεούνται από τον νόμο να λάβουν υπ’ όψιν τους τις ιατρικές γνωματεύσεις. Οι γνωματεύσεις αυτές συμβάλλουν στη διαμόρφωση της κρίσης και στην έκδοση της απόφασης που θα επιβάλλει ή δεν θα επιβάλλει επαχθές για την ατομική ελευθερία μέτρο. Το ίδιο ισχύει και με την ένταση του μέτρου αυτού, όπως π.χ. τη χρονική διάρκεια της ποινής, τόσο κατά την έκδοση της απόφασης όσο και κατά την έκτισή της. Η τάση αυτή δικαιολογείται από την ελπιδοφόρα αύξηση της βούλησης του νομοθέτη, εθνικού και υπερεθνικού, για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εν τέλει της αξιοπρέπειας κάθε ατόμου.

Ταυτόχρονα όμως, η εν γένει δικαιοδοτική κρίση δεν μπορεί να περιοριστεί τόσο πολύ, ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα εξατομίκευσης της ποινικής κύρωσης. Η δυνατότητα αυτή αποτελεί παγκόσμια βασική αρχή της αντεγκληματικής πολιτικής και ποινικής καταστολής. Η υποχρεωτικότητα γνωματεύσεων, οδηγουσών σε μοναδική έκβαση της δικαστικής κρίσης, καταργεί την εξατομίκευση. Ετσι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποκλείεται η δυνατότητα του δικαιοδοτικού οργάνου να αμφισβητήσει αιτιολογημένα την επέλευση των συνεπειών της κρινόμενης πάθησης, ακόμη και να ζητήσει περαιτέρω εξέταση του ζητήματος, από ανεξάρτητο πραγματογνώμονα, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του.

* Ο κ. Ευστάθιος Βεργώνης είναι αντεισαγγελέας εφετών και β΄ αντιπρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΤΣΙΝΑΣ*
Αναπόφευκτη η εξάρτηση

Τ​​ο ερώτημα απασχολεί συχνά την επικαιρότητα, δοκιμάζοντας κάποτε το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Η εμπειρία διδάσκει ότι, κατά κανόνα, οι δικαστές εμπιστεύονται τα πορίσματα των ειδικών, ιδίως αν προέρχονται από δημόσιο φορέα, και τους αναγνωρίζουν ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα κατά την έκδοση απόφασης στα στάδια της ποινικής δίκης. Δικαιολογημένα;

Ναι. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι ουσιαστικοί είτε θεωρηθεί ότι η δικαιοδοτική κρίση είναι, ενίοτε, «δεσμία» κατά νομοθετική επιταγή της γνώμης των ειδημόνων (Ν. 4322/2015) είτε όχι (άρθ. 96 παρ. 1 Συντ., 177 Κώδικας Ποινικής Δικονομίας). Ο πρώτος λόγος είναι ο εργασιακός φόρτος, εξαιτίας του οποίου οι δικαστές δεν έχουν δυνατότητα για εισχώρηση σε ζητήματα άλλου γνωστικού κλάδου, ακόμη και αν αυτή θα ήταν, στοιχειωδώς, εφικτή. Εμπιστευόμενοι το «χαρτί» του επαΐοντος (σπανίως χωρεί προσωπική επικοινωνία μαζί του), εξοικονομούν πολύτιμο χρόνο. Ο δεύτερος λόγος είναι η ίδια η νοοτροπία απόλυτης εξειδίκευσης, ιδίως των νεοτέρων δικαστών. Εκπαιδευμένοι ως «τεχνοκράτες» διαχειριστές μιας ασύλληπτης πολυνομίας χωρίς ζητούμενη επαρκή εποπτεία άλλων πεδίων γνώσης, πολλοί επαφίενται ασμένως στην κρίση των ειδικών.

Ο ιδιότυπος αυτός καταμερισμός εργασίας τούς προστατεύει από σφάλματα.

Η προσπάθεια να χαλαρώσει η εξάρτηση από τη γνώμη των ειδικών, ενόψει αμφιβολιών για τις εγγυήσεις αμεροληψίας των τελευταίων, είναι ιδιαίτερα απαιτητική, αν όχι ουτοπική. Χρειάζονται αλλαγές στον τρόπο απασχόλησης των δικαστών, ώστε να έχουν τη χρονική δυνατότητα για εξατομικευμένη εμβάθυνση σε κάθε υπόθεση και για ουσιαστική, προσωπική, συνεργασία με τον ειδήμονα, σε κοινή «γλώσσα». Αλλαγές χρειάζονται και στον τρόπο επιλογής και εκπαίδευσης των δικαστών, ώστε «αι δικαστικαί θέσεις να απονέμωνται ουχί εις τον πρώτον τυχόντα “καλόν” νομικόν, αλλά ως υψίστη τιμή εις υπέροχα και εξαιρετικά πρόσωπα» με ευρυμάθεια, όπως υπεδείκνυε ήδη πριν από έναν αιώνα ο νομοδιδάσκαλος Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος.

Προς το παρόν, όμως, η προσήλωση του δικαστή στη γνώμη του ειδήμονος, κατά την κρίση τεχνικών ζητημάτων, είναι πράγματι μονόδρομος στην κατεύθυνση της ουσιαστικής δικαιοσύνης και δη ταχείας κυκλοφορίας. Ατυχήματα σε αυτόν είναι στατιστικώς αναμενόμενα, ανεξαρτήτως τυχόν συντρέχουσας ευθύνης του οδηγού ή του ρυμοτόμου.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Π. Τσίνας είναι διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, δικηγόρος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ