Hμουν περίπου οκτώ χρόνων όταν μπήκα για πρώτη φορά στο μουσείο και ποτέ δεν θα ξεχάσω πώς ένιωσα με όλα όσα είδα. Μούμιες, τεχνουργήματα ιθαγενών, σκελετοί δεινοσαύρων και βαλσαμωμένα ζώα εντυπωσίασαν τα παιδικά μου μάτια, στο Εθνικό Μουσείο του Ρίο ντε Τζανέιρο, στο Σάο Κριστοβάο. Αυτό το κτίριο, που σημάδεψε την παιδική μου ηλικία, χάθηκε στις φλόγες στις 2 Σεπτεμβρίου μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της εκτενούς συλλογής του, που αριθμούσε πάνω από 20 εκατ. κομμάτια. Αντικείμενα ανεκτίμητης αξίας έγιναν στάχτη, η απώλεια για την επιστήμη, την ιστορία και τον πολιτισμό της Βραζιλίας είναι ανυπολόγιστη. Οπως πολλοί Βραζιλιάνοι, δεν βρίσκω λόγια να εκφράσω τη θλίψη μου.


Η Λουτσία, ένας σκελετός ηλικίας 12.000 ετών, έγινε στάχτη.

Το σημαντικότερο μουσείο της χώρας και το μεγαλύτερο μουσείο φυσικής ιστορίας στη Λατινική Αμερική δεν είχε σύστημα αυτόματης πυρόσβεσης. Οι ανιχνευτές καπνού δεν λειτουργούσαν και δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα για συντήρηση και επισκευές. Τμήμα του Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου του Ρίο ντε Τζανέιρο, το μουσείο διέθετε εκθέματα συναφή με τα πεδία της παλαιοντολογίας, της ανθρωπολογίας, της αρχαιολογίας και άλλων επιστημών, και οι υπάλληλοι έδωσαν μάχη για να διασώσουν ό,τι μπορούσαν.

Η Λουτσία, ένας σκελετός ηλικίας δώδεκα χιλιάδων ετών και το αρχαιότερο απολίθωμα της Νότιας Αμερικής βρισκόταν στο Μουσείο, το ίδιο και πολλά αντικείμενα που είχε φέρει στη Βραζιλία ο Πορτογάλος πρίγκιπας Ντομ Πέδρο Α΄, ο οποίος κήρυξε την ανεξαρτησία της αποικίας από την Πορτογαλία. Ο μετεωρίτης Bendego, που ανακαλύφθηκε το 1784 και ζυγίζει πάνω από πέντε κιλά, γλίτωσε από την καταστροφή. Το μουσείο στέγαζε, επίσης, ελληνορωμαϊκά έργα τέχνης και αρχαιότητες από την Αίγυπτο, μεταξύ των οποίων μούμιες, σαρκοφάγοι και γλυπτά. Η συλλογή παλαιοντολογίας περιελάμβανε τον μεγαλύτερο σκελετό δεινοσαύρου που έχει ανακαλυφθεί στη Βραζιλία. Το ευτύχημα είναι ότι τα αρχαία χειρόγραφα της Τορά είχαν μετακινηθεί πριν ξεσπάσει η φωτιά.

Από το 1808 έως το 1821, στο κτίριο διέμενε η εξόριστη βασιλική οικογένεια της Πορτογαλίας, που είχε εγκαταλείψει τη χώρα για να σωθεί από την επέλαση του Ναπολέοντα, ενώ τα τελευταία 200 χρόνια λειτουργούσε ως μουσείο.


Σκελετός δεινοσαύρου από τη συλλογή παλαιοντολογίας του μουσείου.

Τα αίτια της φωτιάς, που ξέσπασε λίγες ώρες μετά το κλείσιμο του μουσείου για το κοινό, εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας. Ως Βραζιλιάνα, αισθάνομαι ντροπή διότι οι δύο πυροσβεστικοί κρουνοί κοντά στο κτίριο ήταν άχρηστοι και οι πυροσβέστες ήταν αναγκασμένοι να μεταφέρουν νερό με οχήματα. Είναι απίστευτο, όμως το μουσείο, στο οποίο σύχναζαν μαθητές, φοιτητές και ερευνητές από όλο τον κόσμο, είχε εγκαταλειφθεί στη μοίρα του εδώ και δεκαετίες. Κατά τη γνώμη μου, αυτό ήταν ένα έγκλημα κατά των επόμενων γενεών, μόλις ένα μήνα πριν από τις εθνικές εκλογές.

Ευτυχώς, κανένας δεν τραυματίστηκε, καθώς η φωτιά ξέσπασε μετά το πέρας του ωραρίου λειτουργίας. Το κτίριο μπορεί να ξαναχτιστεί, όμως η συλλογή χάθηκε για πάντα. Για τον λαό της Βραζιλίας, το πένθος θα διαρκέσει πολύ καιρό.

* Η κ. Jacqueline Costa είναι δημοσιογράφος στην εφημερίδα O Globo της Βραζιλίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ