ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Η Κυριακή νοσεί στο νησί – Η έξοδος

Ιφιγένεια Ντούμη

α. «Οι φωτογραφίες μου σου φαίνονται ωραίες γιατί τις βλέπεις με ωραία μάτια, όπως θα έλεγαν κι οι Ισπανοί», είπε και μου έστειλε μερικά ακόμα παράξενα κτίρια κι εξωτικά οροπέδια. «Πότε θα ’ρθεις;» Το κινητό ζεσταίνεται, η οθόνη θολώνει, γεμίζει δαχτυλιές. Κάθε φωτογραφία με φέρνει σε επαφή με το παράξενο μέρος του κόσμου κι εγώ: «Πότε θα ‘ρθεις;».

β. Βρώμικο το νησί, βρώμικο το σπίτι κι η γριά κουφή. Κάθε μέρα τής μιλάνε διάφοροι περαστικοί. Πρώτος απ’ όλους: το πιεσόμετρο. «Πίεση μη φυσιολογική». Μία φορά την εβδομάδα, στη διαπασών η Εκκλησία της Ελλάδος, διαδέχεται την ψηφιακή της φίλη και αποκαθιστά τη φυσιολογικότητα. 

γ. «Δεν με ξύπνησες –αλλά– ωραία με ξύπνησες. Πότε;» «Την Κυριακή». 

δ. Στο καφέ Ford Escort χωρούσαμε όλοι – γιαγιά, παππούς, μάνα, ξάδερφος, εγώ. Δεν είχαμε άλλη επιλογή· έπρεπε μία φορά την εβδομάδα να πάμε στην ταβέρνα, να φάμε τα μπαρμπούνια, να σηκωθώ μετά να πάω στο ψυγείο να διαλέξω παγωτά – ήταν το πρωτόκολλο. Το Ford κάτω από μια αρμύρα κοιτούσε προς τη θάλασσα, με τα παράθυρα σκαστά· η θεία περίμενε εκεί. Ίσως μετρούσε τις ριπές του αέρα, ίσως τους κόκκους της άμμου που κάθονταν στο παρμπρίζ. Θυμάμαι γυρίζαμε και τη βρίσκαμε ζεστή κι αμίλητη, ν’ αγναντεύει· και το βλέμμα της ήταν πάντα σκονισμένο. 

ε. «Αυτή η χώρα που λες είναι αρκετά μακριά;» «Πολύ – κι είναι κι ωραία και ψηλά. Με λίμνες φωλιασμένες σε δάση κι ελαφρύ ουρανό. Πότε θα ’ρθεις;» 

στ. Ποτέ μην πιστεύεις ένα νησί. Κάτι θα ήξερε κι εκείνος που δεν πήγε ποτέ στην Αμοργό. Το αμάξι χτύπησε ένα κατσίκι στον δρόμο: «Το χάλασες! Το χάλασες!» φώναζε η γυναίκα στον άντρα της, υπολογίζοντας ταυτόχρονα τις εναλλακτικές: τηλέφωνο κι αποζημίωση-μαγείρεμα κι αποσιώπηση. Είναι ασταθείς και κοφτερές οι πέτρες των μονοπατιών, κι ανάμεσα κρύβονται οι οχιές. Αν καταφέρεις να τις περάσεις και ξαπλώσεις σε μια δροσερή πεζούλα να ξαποστάσεις, ο ίσκιος κάποιου μοναστηριού θα σε πλακώσει. Φοβού τις δροσιές και τις περίκλειστες αυλές με τα κατουρημένα από τις γάτες πιθάρια. Η πόρτα κλείνει κι ο τοίχος είναι τόσο χοντρός, γιατί είναι γεμάτος αυτιά. Μη δεχτείς την εκδούλευση που θα πάει να σου πουλήσει η επανάληψη του γερανιού. Πες εύκολα αντίο – εύκολα, αυτή την Κυριακή. 

ζ. «Τα λέμε τότε». «Και μέχρι τότε;» «Δεν αργεί».

η. Το απέναντι σπίτι είναι κλειστό. Την ίδια ώρα κάθε μέρα ακούω ένα θρόισμα στον παρατημένο του κήπο. Βγαίνω να δω. Μόνο μια συκιά περισσεύει από τη μάντρα. (Ο κορμός της είναι αρρωστημένος. Πρώτη φορά βλέπω άρρωστη συκιά.) «Τας θύρας, τας θύρας, εν σοφία πρόσχωμεν», ακούγεται από δίπλα και, παραβαίνοντας την εντολή, ανοίγω και βλέπω έναν παππού να πετάει μια σακούλα με σκουπίδια πίσω από τη συκιά. «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου». 

θ. [Πότε θα ξαναστείλεις;]

ι. Θυμάμαι με αγάπη τα σπίτια με μωσαϊκό. Της θείας μου, βέβαια, δεν πρέπει να της έκαναν πολύ καλό. Όλο κάποιο σκουπιδάκι νόμιζε ότι βλέπει και με φώναζε να της το κλοτσήσω. Αλλά έπρεπε να προσέξω να μη λερώσω το παπούτσι μου. Κι εδώ που βρίσκομαι τώρα έχει μωσαϊκό. Πρώτη φορά είναι άσχημο, σαν βρώμικο, κακοφτιαγμένο. Δεν ξέρω αν αυτό που κοιτάζω είναι ψηφίδα ή κατσαρίδα. «Αργείς;»

κ. «Γιατί εδώ, δεν αντέχω». «Έρχομαι. Την Κυριακή». ■

* Η ποιητική συλλογή «Love me Tender» της Ιφιγένειας Ντούμη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ