ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*

Μεταναστευτικό, τόσο καλά - τόσο τραγικά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​α Χριστούγεννα του 1990, οι Αθηναίοι αντίκρισαν στην Ομόνοια εκατοντάδες ρακένδυτους και απισχνασμένους ανθρώπους από την Αλβανία να κοιτούν εμβρόντητοι τα λεωφορεία, τα φώτα και την κίνηση. Σε λίγες εβδομάδες η Ελλάδα, από χώρα αποδημίας, μετατράπηκε σε χώρα προορισμού μεταναστευτικών ρευμάτων. Τη δεκαετία του 1990 οι μετανάστες προέρχονταν από την Αλβανία και τις χώρες του διαλυμένου Συμφώνου της Βαρσοβίας. Τη δεκαετία του 2000 προστέθηκαν μεταναστευτικές και προσφυγικές ομάδες από το Ιράκ και το Αφγανιστάν, χώρες στις οποίες είχε γίνει στρατιωτική επέμβαση. Ακολούθησαν η Σομαλία, η Παλαιστίνη και μετά το 2011 η Συρία. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία κάθε χρόνο έμπαιναν στην Ελλάδα 80.000-100.000 άνθρωποι. Υπήρχαν χρονιές με ιδιαίτερη αύξηση (2010: 133.000 εισελθόντες) και χρονιές με συγκριτικώς μικρό αριθμό εισόδων (2013: 43.000 εισελθόντες). Ολα αυτά μέχρι το 2015. Οι διαφορετικού τύπου ιδεοληψίες της Ελλάδας και της Γερμανίας οδήγησαν στην εκτίναξη των εισερχομένων, που προσέγγισε το εκατομμύριο και συνεχίσθηκε εν μέρει και το 2016. Ηταν το μεγαλύτερο μεταναστευτικό κύμα στην Ευρώπη μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Λόγω των μέτρων που ελήφθησαν ως απάντηση στις πρωτοφανείς ροές του 2015 (και κυρίως του ανακοινωθέντος Ε.Ε. - Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016), η κατάσταση άλλαξε ριζικά. Το 2017 εισήλθαν στην Ελλάδα παρανόμως 30.000 άτομα. Ηταν η πρώτη χρονιά από το 1991 (26 ολόκληρα χρόνια!) που σημειώθηκε τόσος χαμηλός αριθμός εισόδων μεταναστών και προσφύγων στη χώρα. Οι συγκριτικώς χαμηλές ροές συνεχίζονται και το 2018. Μέχρι και τα μέσα Σεπτεμβρίου είχαν εισέλθει στη χώρα 22.500 άτομα, ελαφρώς αυξημένα εν συγκρίσει προς το 2017. Αντιστοίχως και στην υπόλοιπη Ευρώπη οι αριθμοί έπεσαν σε ιστορικά χαμηλά.

Με αυτά τα στατιστικά δεδομένα ακούγεται περίεργο ότι επικρατούν τέτοιες τραγικές συνθήκες στα στρατόπεδα προσφύγων και μεταναστών στα ανατολικά νησιά του Αιγαίου. Εν μέρει μόνον αυτό εξηγείται από την εκτίναξη των αιτούντων άσυλο. Το 2017 είχαμε περίπου 60.000 νέες αιτήσεις, ο υψηλότερος αριθμός από τότε που δημιουργήθηκε η νέα υπηρεσία ασύλου. Από εκεί πέρα έρχονται οι κυβερνητικές ιδεοληψίες να εξηγήσουν για ποιο λόγο βρισκόμαστε στο τέλμα. Ολα συνδέονται με το ανακοινωθέν Ε.Ε. - Τουρκίας του Μαρτίου 2016. Εκεί προβλέπεται ότι θα επιστρέφουν στην Τουρκία τα άτομα των οποίων οι αιτήσεις ασύλου έχουν απορριφθεί. Ο χώρος των «δικαιωματιστών», που επηρεάζει άμεσα την κυβέρνηση, θεωρεί ανάθεμα την εφαρμογή του ανακοινωθέντος και τις επιστροφές στην Τουρκία. Η κυβέρνηση έλαβε κάποια μέτρα συμμορφώσεως προς το ανακοινωθέν κυρίως εν σχέσει προς τη λειτουργία των επιτροπών που εξετάζουν τις αιτήσεις ασύλου, στην πράξη, όμως, αμελεί στην εκτέλεση των απορριπτικών αποφάσεων ασύλου. Επί ένα χρόνο επέστρεψαν στην Τουρκία μόλις 311 άτομα από τους χιλιάδες των οποίων έχει απορριφθεί η αίτηση ασύλου. Η δικαιολογία των Αρχών είναι πως, όταν αναζητούνται προς απέλαση, δεν ανευρίσκονται ποτέ.

Λόγω των ελάχιστων επιστροφών στην Τουρκία, ο αριθμός των εισερχομένων στα νησιά σωρεύεται σε απαγορευτικά επίπεδα. Οταν η κατάσταση φθάνει στο απροχώρητο, μεταφέρονται στην ηπειρωτική Ελλάδα άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες. Από την ώρα που φεύγουν από τα νησιά, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί το σκέλος επιστροφής τους στην Τουρκία. Αυτό συνιστά μία ακόμη νίκη των «δικαιωματιστών» στον πόλεμο κατά του ανακοινωθέντος. Ο χαμηλός αριθμός των ροών έχει επιτρέψει να παίζονται αυτά τα παιχνίδια (που είναι παιχνίδια και στις πλάτες των ανθρώπων που έχουν ανάγκη). Είναι προφανές ότι, εάν αυξηθούν οι ροές, το σύστημα θα καταρρεύσει σε λίγες ημέρες.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ