ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η κρίση επιδείνωσε το πρόβλημα της υπογεννητικότητας, επισημαίνει το ΔΝΤ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πτώση του δείκτη γονιμότητας, δηλαδή του αριθμού των παιδιών που γεννάει, κατά μέσον όρο, κάθε γυναίκα, από το 1,5 στο 1,3, παρατηρήθηκε στην Ελλάδα την περίοδο της κρίσης, και συγκεκριμένα από το 2008 έως το 2016, σύμφωνα με το ΔΝΤ.

Η οικονομική κρίση έχει αφήσει τα σημάδια της στην παγκόσμια οικονομία, καθώς 10 χρόνια μετά παραμένουν χαμηλοί οι ρυθμοί ανάπτυξης και υψηλό το δημόσιο χρέος, ενώ έχει οξυνθεί το πρόβλημα της υπογεννητικότητας σε πολλές χώρες, σημειώνει το Ταμείο στην έκθεσή του για την παγκόσμια οικονομία.

Για την Ελλάδα, όπως και την Ισπανία, σημειώνει ότι υπέστησαν «διπλή ύφεση» και ο δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από το 1,5 στο 1,3. Το Ταμείο επαναλαμβάνει, μάλιστα, την άποψή του πως αυτός ο χαμηλός ρυθμός θα οδηγήσει σε εξασθένηση του ρυθμού ανάπτυξης μακροπρόθεσμα.

Σημειώνεται ότι το ΔΝΤ έχει αναδείξει το δημογραφικό ως μείζον πρόβλημα για την Ελλάδα και έχει πιέσει εξαιτίας αυτού για περικοπές συντάξεων. Το Ταμείο προειδοποιεί ότι η παγκόσμια οικονομία διατρέχει και πάλι τον κίνδυνο μιας μείζονος χρηματοπιστωτικής κρίσης, διότι κυβερνήσεις και ρυθμιστικές αρχές δεν έχουν υλοποιήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.

Οπως τονίζει, δέκα χρόνια μετά την πτώχευση της Lehman Brothers, η ανάπτυξη παραμένει χαμηλότερη από τα προ κρίσης επίπεδα, τουλάχιστον στο 60% των οικονομιών ανά τον κόσμο. Οι ρυθμοί ανάπτυξης μειώθηκαν περισσότερο στις 24 χώρες που επλήγησαν από χρηματοπιστωτικές κρίσεις.

Το Ταμείο διαπιστώνει επίσης ότι είναι πολύ μεγαλύτερη η διεύρυνση της ανισότητας στις χώρες που υπέστησαν τη μεγαλύτερη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης και των θέσεων εργασίας. Αυτή η διεύρυνση της ανισότητας είναι, σύμφωνα με το ΔΝΤ, η αιτία που έχει ενισχυθεί σε μεγάλο βαθμό η εχθρότητα κατά του συστήματος και φαίνεται πολύ πιο ελκυστικός ο προστατευτισμός.

Επισημαίνει ότι για να αντιμετωπίσουν την κρίση οι κυβερνήσεις αύξησαν τις δαπάνες και οι κεντρικές τράπεζες επιστράτευσαν μη συμβατικές μεθόδους, όπως οι αγορές ομολόγων, για να διασφαλίσουν την επάρκεια των πιστώσεων. Τονίζει, επίσης, ότι οι ισολογισμοί των κεντρικών τραπεζών είναι σήμερα «πολλαπλάσιοι» εκείνων που ήταν πριν από την κατάρρευση της Lehman Brothers. Οι έκτακτες πολιτικές που εφαρμόστηκαν είχαν ως αποτέλεσμα, υπογραμμίζει το Ταμείο, τη γενικευμένη αύξηση του χρέους.

Επισημαίνει ότι σήμερα ένα μεσαίο επίπεδο χρέους έχει αυξηθεί στο 52% του ΑΕΠ, ενώ πριν από την κρίση το αντίστοιχο ποσοστό κυμαινόταν στο 36% του ΑΕΠ. Προειδοποιεί έτσι πως, εφόσον τα επίπεδα του χρέους είναι σαφώς υψηλότερα από εκείνα της κρίσης του 2008, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος μιας μείζονος κρίσης σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος που δεν υπόκεινται σε ρυθμίσεις.

Παράλληλα, στην έκθεσή του για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι στα 10 χρόνια που πέρασαν έχουν γίνει πολλά για να ενισχυθούν τα αποθεματικά των τραπεζών και για να επιβληθεί αυστηρότερη εποπτεία στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Προειδοποιεί, όμως, ότι «στη διάρκεια των καλών εποχών, όπως ήταν η περίοδος των πολύ χαμηλών επιτοκίων και της σταθερότητας στις αγορές, συσσωρεύονται κίνδυνοι που πάντα μπορούν να μεταφερθούν σε άλλους τομείς».

Ως εστίες κινδύνου θεωρεί τη θεαματική αύξηση του δανεισμού στον λεγόμενο «σκιώδη κινεζικό τραπεζικό τομέα» και το ότι δεν έχουν επιβληθεί αυστηρές ρυθμίσεις στον κλάδο των ασφαλιστικών και των διαχειριστών κεφαλαίων, που διαχειρίζονται τρισ. δολάρια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ