ΒΙΒΛΙΟ

Οι παλιοί και οι σύγχρονοι Αλάριχοι του Ρόδη Ρούφου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Ο Γρίβας-Διγενής (αριστερά) συναντήθηκε με τον Ελληνα πρόξενο και μυθιστοριογράφο Ρόδη Ρούφο (δεξιά) στους «Μαύρους Κρεμμούς» της Κύπρου, στις 7 Μαΐου 1956, δεύτερη μέρα του Πάσχα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​πνευματική ιστορία ενός τόπου κρίνεται και από τις αποσιωπήσεις και τις απουσίες. Από εκείνους τους απόντες, δηλαδή, που η δημόσια συζήτηση λησμονεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, να αναφέρει και να σκεφτεί. Για ένα πολύ μεγάλο μέρος της «μεταπολίτευσης», ο Ρόδης Ρούφος, μία από τις σπουδαιότερες φυσιογνωμίες της πρώτης μεταπολεμικής διανόησης, ήταν αόρατος. Σχεδόν κανείς δεν ασχολούνταν μαζί του, ούτε καν εκδοτικά. Η εκδοτική τύχη των Μεταμορφώσεων του Αλάριχου (εισ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2018, σελ. 262), που είχε φιλοξενηθεί αρχικά, το 1971, στις εκδόσεις Ικαρος, είναι χαρακτηριστική. Εκτοτε ελάχιστοι ενδιαφέρθηκαν να ξαναδιαβάσουν αυτή τη σημαντική συλλογή δοκιμίων, και κανείς εκδότης να την ξαναβγάλει. Είναι προφανές ότι όλα έχουν τον καιρό τους, και είναι εντέλει ευτύχημα που οι σημερινοί αναγνώστες μπορούν να επισκεφθούν εκ νέου αυτά τα κείμενα, χάρη στις εκδόσεις της Εστίας, οι οποίες άλλωστε φρόντισαν, τα τελευταία χρόνια, να επανεκδώσουν και τα δύο σημαντικότερα μυθιστορήματα του Ρούφου («Χάλκινη εποχή» και «Το χρονικό μιας σταυροφορίας»), καθώς και να οργανώσουν ένα μεγάλο αφιέρωμα για τον ίδιο, στη Νέα Εστία, το 2012.

Σε μια εποχή που οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους, ο χαρακτηρισμός «σπουδαίος» απαιτεί επεξήγηση. Ο Ρόδης Ρούφος (1924-1972) υπήρξε μέλος μιας ομάδας νέων που ήταν γόνοι της παλιάς αστικής τάξης του Μεσοπολέμου (πιθανότατα της μόνης άξιας λόγου στον 20ό αιώνα), με πολύ σύνθετες πνευματικές και λογοτεχνικές αναζητήσεις οι οποίες δεν περιορίζονταν στον στενό ελλαδικό ορίζοντα. Κάνοντας σημαντικές σπουδές εδώ και στην αλλοδαπή, οι νέοι αυτοί αναγκάστηκαν ωστόσο να ωριμάσουν κυρίως μέσα από το σοκ της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου στον οποίο πήραν μέρος με το μη εαμικό στρατόπεδο. Παρά ταύτα, η μεταπολεμική εξέλιξη των πραγμάτων βρήκε τον Ρούφο και τους συντρόφους του φανερά απογοητευμένους, σχεδόν όσο και οι ηττημένοι του εμφυλίου. Η «γενιά της ήττας» ως χαρακτηρισμός αφορούσε, εντέλει, άπαντες τους νέους της εποχής, αριστερούς ή δεξιούς. Είδαν, με θλίψη, παντού, στην πολιτική και τη διανόηση, την παλινόρθωση ενός οπισθοδρομικού συντηρητισμού και την υποχώρηση των φιλελεύθερων ιδεών του Μεσοπολέμου. Είδαν δηλαδή εκείνο που ευφυώς ο Ρούφος περιγράφει ως την (αέναη) επιστροφή του Αλάριχου, του γνωστού καταστροφέα του αρχαίου ελληνικού κόσμου, που έκτοτε κάνει διαρκώς την επανεμφάνισή του στη νεοελληνική ιστορία μέσα από άλλα προσωπεία. « [...] τον συναντάω διαρκώς μπροστά μου», θα γράψει ο ίδιος. «Τον θυμάμαι να τορπιλίζει κάθε ανορθωτική προσπάθεια, να χτυπάει με λύσσα το δημοτικισμό, το Βενιζέλο, το Συκουτρή. Τον έχω βρει πολιτικό, δημοσιογράφο, κομμουνιστή, χωροφύλακα, υπαρξιστή, ποδοσφαιριστή, καθηγητή πανεπιστημίου, πρωτοποριακό καλλιτέχνη και στέλεχος θρησκευτικών οργανώσεων. Ανήκει σ’ όλα τα κόμματα, τα επαγγέλματα, τις ιδεολογίες. [...] Καμιά φορά πιστεύω, μ’ απελπισία, πως έχει την Ελλάδα γι’ αγαπημένο τόπο κατοικίας. Επειτα όμως βλέπω δηλώσεις ενός Αμερικανού γερουσιαστή ή ενός Σοβιετικού ακαδημαϊκού, [...] κι ανακουφίζομαι: όχι, ο Αλάριχος δε ζει μονάχα στην Ελλάδα».

Βέβαια, ήδη από τότε, οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι έκαναν για το έργο του τις γνωστές εύκολες αναγωγές: ο Ρούφος, διπλωμάτης καριέρας, που συντάχθηκε με τον Ζέρβα και μετά με τον Γρίβα στον κυπριακό αντι-αποικιακό αγώνα, δεν είναι παρά ένας συντηρητικός αστός εθνικιστής, με όλα τα στερεότυπα που συνοδεύουν συνήθως αυτή την ιδεολογική κατηγορία στο ελληνικό φαντασιακό. Μια ματιά, ωστόσο, σε κείμενα του τόμου, όπως «Η νεοελληνική συντηρητική ιδεολογία» (1956), ο «Αλάριχος» (1963) ή «Οι περιφρονητές του πλήθους» (1971), είναι αρκετή για να πείσει για την παρανόηση. Ο Ρούφος είναι από τους ελάχιστους που ασκεί μια αποδομητική κριτική σε όλους τους κοινούς τόπους της ελληνικής συντηρητικής ιδεολογίας, την οποία, σημειωτέον, εντοπίζει τόσο στο ελληνοχριστιανικό τρίπτυχο του «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια», όσο και στο «λαϊκοδημοκρατικό» αίτημα της κομμουνιστικής ουτοπίας. Ακόμη πιο ευδιάκριτα αναδεικνύεται ο φιλελευθερισμός του στη γενναία (και με προσωπικό κόστος) κριτική που ασκεί στα δικτατορικά καθεστώτα, μεσούσης της απριλιανής χούντας, υπερασπιζόμενος ταυτόχρονα τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Το κείμενο αυτό, ιδίως σε ό,τι αφορά τα σχόλιά του για τα δημοψηφίσματα των αυταρχικών καθεστώτων, και την επιχειρούμενη χειραγώγηση των πολιτών, μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί σήμερα ως εξόχως διδακτικό. Η επικαιρότητα, άλλωστε, όλου του τόμου είναι πράγματι κάτι που ξαφνιάζει. Τι θα έλεγε σήμερα, άραγε, ένας τέτοιου βεληνεκούς φιλελεύθερος διανοούμενος, για τους πάσης φύσεως εχθρούς της δημοκρατίας παγκοσμίως; Για τους σύγχρονους Ελληνες και ξένους Αλάριχους, και τα νέα προσωπεία τους;

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Δημόσια Διοίκηση & Τοπική Αυτοδιοίκηση», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ