ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Οδός Κωνσταντίνου Μητσοτάκη

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα τελευταία χρόνια στις ιδιωτικές κοινωνικές συναθροίσεις, όπου η πολιτικολογία ευδοκιμεί, παρατηρείται το φαινόμενο μιας χαμηλόφωνης, αλλά ξεκάθαρης αποδοχής του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και της πολιτικής του. Μετά την 29η Μαΐου του 2017 η αποδοχή αυτή πέρασε δυναμικά από τον ιδιωτικό και στον δημόσιο χώρο. Ξεπεράστηκαν προκαταλήψεις και λύθηκαν γλώσσες. Ανοίγει, δημόσια πλέον, μια συζήτηση που τεκμηριώνει και αναδεικνύει την εκτίμηση ότι η ανατροπή της κυβερνήσεως της Νέας Δημοκρατίας, 1990-1993 και η οπισθοδρόμηση στον λαϊκισμό, κατά πάσα βεβαιότητα, κόστισε στη χώρα τη σημερινή της κατάντια.

Ξαναθυμόμαστε όλο και πιο συχνά τα λόγια του Χένιγκ Κριστόφερσεν, αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της περιόδου 1985-1995: «Αν ο Κ. Μητσοτάκης και η κυβέρνηση του είχαν αφεθεί να ολοκληρώσουν το μεταρρυθμιστικό τους έργο, η σημερινή Ελλάδα θα ήταν στις πρώτες θέσεις των πετυχημένων χωρών της Ευρωζώνης».

Oμως, η ανακουφιστική αυτή διαδικασία δικαίωσης δεν πρέπει να παραμείνει χωρίς πολιτικό αποτέλεσμα. Θα ήταν ατελέσφορο και θα ήταν λάθος να αναδείξουμε, έτσι απλά τον Μητσοτάκη ως τον μεγάλο αδικημένο που δεν κατάφερε να συντονιστεί με τη μόνιμη πολιτική εφηβεία των Ελλήνων και ηττήθηκε από τον λαϊκισμό. Eνας τέτοιος, βιαστικός και στείρος πολιτικός αναστοχασμός θα άφηνε ανεκμετάλλευτο ένα αξιοποιήσιμο πολιτικό κεφάλαιο, σε μια εποχή που, ολοένα και περισσότερο διαπιστώνουμε ότι το χρειαζόμαστε. Oταν μάλιστα ο λαϊκισμός διευρύνεται, όταν ένας ακροδεξιός λαϊκισμός επελαύνει, απειλητικά, για να καλύψει το κενό που αφήνει ο αριστερόστροφος, τότε τα φιλελεύθερα μηνύματα του Κ. Μητσοτάκη είναι όχι μόνο επίκαιρα, αλλά απολύτως αναγκαία και η αποδοχή τους επιτακτική.

Στην περίπτωσή του ο ιστορικός του ρόλος δεν εξαντλείται σε μια απλή παράθεση όσων πρόλαβε και όσων δεν μπόρεσε να κάνει, αλλά στην ενεργή παραδοχή της πολιτικής του παρακαταθήκης. Πιστεύω, θα ήταν λάθος αν μέσα από μια ήπια, βολική, συνολική αποενοχοποίηση αναδείξουμε τον Μητσοτάκη ένα λαμπρό πολιτικό χαμένων ευκαιριών. Τον καταδικάζουμε έτσι, μέσω της μνήμης να διολισθήσει στη λήθη, στο απόθεμα της λησμοσύνης. Αντίθετα, πρέπει να κρατήσουμε ενεργή την πολιτική μας σχέση μαζί του, μέσα από την ανάμνηση που κουβαλάει την ενοχή μας και τη δική του ενοχή. Πρέπει να τον κρατήσουμε, στο μεταίχμιο της ιστορικής αποτίμησης με την ενεργό πολιτική, υπερβαίνοντας τις παρηγορητικές κουβέντες, μιας, εκ των υστέρων, μίνι αποδοχής. Eτσι μόνο θα διεκδικήσουμε μια δεύτερη ευκαιρία. Αντί να αρκεστούμε σε μια ωραιοποιημένη ιστορική εικόνα, σε ένα διαρκές μνημόσυνο, να διεκδικήσουμε την ενεργητική ανάμνηση των πολιτικών του προτάσεων, που είναι πράγματι πιο επίκαιρες παρά ποτέ.

Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως η κατάσταση το 1990 ήταν, περίπου, όπως το 2009. Μην ξεχνάμε, πως η κατάσταση αυτή προκάλεσε τη δραματική προειδοποίηση, μέσω της γνωστής επιστολής του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ που συνυπέγραφε και ο προαναφερθείς Κριστόφερσεν προς τον τότε πρωθυπουργό Ξενοφώντα Ζολώτα. Την περίοδο αυτή η κυβέρνηση, σε πολύ μικρό χρόνο κατάφερε να αντιμετωπίσει με επιτυχία και τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό και την απαξίωση της χώρας στο εξωτερικό και το έλλειμμα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η οικονομία σταθεροποιήθηκε μέσα στο 1992, επιτυγχάνοντας το πρώτο της πλεόνασμα μέσα σε μία εικοσαετία. Και όταν η απόπειρα αποκρατικοποίησης μέρους του ΟΤΕ προκάλεσε την ανατροπή της κυβέρνησης, γεννήθηκε, διά στόματος Μητσοτάκη, ο όρος «διαπλοκή». Eνας όρος που αμέσως μετά καθιερώθηκε και μονιμοποιήθηκε, «erga omnes», ως ο πιο συχνά αναφερόμενος όρος του πολιτικού μας λεξιλογίου. Με μία διαφορά. Η «διαπλοκή» επέλεξε να ανατρέψει μόνο μία κυβέρνηση, την κυβέρνηση εκείνου, που πρώτος την ονομάτισε και την κατήγγειλε.

Σήμερα, 100 χρόνια από τη γέννηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά με νωπή την αίσθηση της φυσικής, αλλά, κυρίως, της πολιτικής του παρουσίας, γενική είναι η διαπίστωση ότι ο βίος της κυβέρνησής του ήταν αναντίστοιχα βραχύς σε σχέση με την πολιτική της σημασία.

Σ’ αυτή τη βραχύβια κυβερνητική διαδρομή ποια ήταν άραγε η κορυφαία στιγμή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη; Για μένα, το βίωσα από κοντά, ήταν η παραίτησή του. Τονίζω εμφατικά τη διάσταση της παραίτησης βάζοντας στην άκρη τη διάστασή της, ούτως ή άλλως, ομολογημένης ανατροπής, μετά τη συμπιλίδειο ιστορική πρωτοβουλία. Το αυτόματο αντανακλαστικό της άμεσης παραίτησης, της διακοπής κάθε δρομολογημένης κυβερνητικής δραστηριότητας, η αισθητική αυτής της διαδικασίας φέρουν τη σφραγίδα ενός δημόσιου άνδρα που αντιλαμβάνεται την πολιτική ως λειτούργημα, που δεν γαντζώνεται στα κυβερνητικά αξιώματα, ούτε μηχανεύεται καλπονοθευτικά τεχνάσματα για να τα κατακτήσει.

Η βαθιά του πίστη στις δημοκρατικές διαδικασίες πήγαζε από τον ενσυνείδητο φιλοσοφημένο φιλελευθερισμό του, τον οποίο έβαλε στο κέντρο της πολιτικής μας ζωής, δίνοντας προτεραιότητα στις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές του αξίες. Πολιτικός με ιδιαίτερη κοινοβουλευτική κουλτούρα αναγνωρίστηκε ως πολιτικός του δημοκρατικού διαλόγου και της συναίνεσης.

Ο Μητσοτάκης, συνδυάζοντας τη βαθιά γνώση της ελληνικής πραγματικότητας με την ευρωπαϊκή παιδεία, προσπάθησε να διαπαιδαγωγήσει μια κοινωνία που αισθανόταν, διαρκώς, θύμα μιας παγκόσμιας συνωμοσίας. Κατάφερε, τελικά, να επηρεάσει τον προσανατολισμό όλων των πολιτικών δυνάμεων συμπεριλαμβανομένου, ευτυχώς, έστω και αργά, και του κόμματος που ηγήθηκε.

Εμείς, δυστυχώς, δεν τολμήσαμε να του ζητήσουμε όσα μπορούσε να προσφέρει. Είναι καιρός να το τολμήσουμε τώρα.

* Ο κ. Παντελής Βιρβιδάκης είναι γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ