ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στα τέλη της περασμένης εβδομάδας η κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας αναγκάστηκε, υπό το βάρος της διεθνούς κατακραυγής, να παραδεχθεί ότι ο Τζαμάλ Κασόγκι δολοφονήθηκε μέσα στο προξενείο της, στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο η ομολογία, που ήρθε με καθυστέρηση σχεδόν τριών εβδομάδων, συνοδεύθηκε από δύο ισχυρισμούς που προσβάλλουν τη νοημοσύνη του πολιτισμένου κόσμου. Το Ριάντ ισχυρίστηκε ότι ο Κασόγκι σκοτώθηκε κατά λάθος στη διάρκεια «αψιμαχίας» με τους ανακριτές του – λες και ήταν δυνατό ένας 60χρονος δημοσιογράφος να εμπλακεί σε θανάσιμη πάλη με 15 άνδρες επίλεκτων δυνάμεων του καθεστώτος. Επιπλέον, υποστήριξε ότι η εκτέλεση του δημοσιογράφου ήταν αποτέλεσμα πρωτοβουλίας «ανεξέλεγκτων στοιχείων», για τα οποία δεν ήξεραν τίποτα ούτε ο βασιλιάς Σαλμάν ούτε ο διάδοχος πρίγκιπας Μοχάμεντ. Και για μεν τον πρώτο θα μπορούσε κανείς να το δεχθεί δεδομένου ότι ο γηραιός μονάρχης πάσχει από προϊούσα άνοια λόγω Αλτσχάιμερ, αλλά για τον γιο του και πραγματικό ισχυρό άνδρα του καθεστώτος, το επιχείρημα είναι καταγέλαστο. Αν είναι δυνατόν να εκτέλεσαν μια τόσο σοβαρή αποστολή άνδρες από το στενό του περιβάλλον χωρίς να το έχει εγκρίνει ο ίδιος!

Σε κάθε περίπτωση, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν δεν φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα για το μέλλον του. Την περασμένη Τρίτη εμφανίστηκε χαμογελαστός στο πολυτελές ξενοδοχείο Ριτζ - Κάρλτον (το ίδιο ξενοδοχείο που πέρυσι τον Νοέμβριο είχε μετατρέψει σε φυλακή πέντε αστέρων για εκατοντάδες μέλη της βασιλικής οικογένειας) για τη διεθνή επενδυτική διάσκεψη που έχει πολιτογραφηθεί ως «Νταβός της Ερήμου».

Τον χειροκροτούσαν

Ορθιοι τον καταχειροκροτούσαν, χωρίς ίχνος ντροπής, πετρελαιάδες, τραπεζίτες και κρατικοί αξιωματούχοι των πέντε ηπείρων. «Περισσότεροι άνθρωποι, περισσότερα λεφτά», δήλωσε ο πρίγκιπας, δικαιολογημένα ευτυχής, παρότι είναι αλήθεια ότι αρκετοί κρατικοί αξιωματούχοι και επιχειρηματίες της Δύσης ακύρωσαν τη συμμετοχή τους για να αποφύγουν τον στιγματισμό.

Το θράσος των Σαούντ δεν εκπλήσσει. Προτού καν αρχίσει η έρευνα των Τούρκων για τη δολοφονία Κασόγκι, ο Ντόναλντ Τραμπ υιοθέτησε πρώτος την εκδοχή των «ανεξέλεγκτων στοιχείων», αθωώνοντας προκαταβολικά τον θρόνο, ενώ κατέστησε σαφές ότι δεν πρόκειται να διαταράξει τη στρατηγική σχέση με το βασίλειο και τις πωλήσεις όπλων στο Ριάντ (οι ΗΠΑ καλύπτουν το 60% των αγορών όπλων από την πλευρά της Σαουδικής Αραβίας). Ο κυνισμός προκαλεί, αλλά επί του προκειμένου ο Τραμπ δεν πρωτοτυπεί. Αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι, παρά το γεγονός ότι οι 15 από τους 19 αεροπειρατές της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν Σαουδάραβες, η κυβέρνηση Μπους έκανε το παν για να μη διαταράξει τους δεσμούς με το Ριάντ. Αλλωστε, η εταιρεία πετρελαίων Halliburton, στην οποία θήτευσε με το αζημίωτο ο τότε αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι έκανε χρυσές δουλειές με τους Σαουδάραβες και με τον πόλεμο στο Ιράκ και, βέβαια, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το Ριτζ - Κάρλτον την περασμένη εβδομάδα. Στο ίδιο μήκος κύματος με την Ουάσιγκτον βρέθηκε και η Μόσχα. Το Κρεμλίνο διεμήνυσε ότι θα πάρει θέση για την υπόθεση Κασόγκι όταν έρθουν στο φως τα «πραγματικά γεγονότα», λες και υπάρχουν αμφιβολίες για το τι διεπράχθη πίσω από την πύλη του σαουδαραβικού προξενείου της Κωνσταντινούπολης στις 2 Οκτωβρίου. Ο Κίριλ Ντιμίτριεφ, διευθυντής ρωσικού fund που διατηρεί σχέσεις με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ήταν επίσης στο Ριτζ - Κάρλτον, όπου δήλωσε ότι «η Σαουδική Αραβία είναι σπουδαίος εταίρος».

Αλλά και οι ισχυρότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις, με μόνη εξαίρεση τη Γερμανία, κινήθηκαν στην ίδια γραμμή. Βρετανία, Γαλλία, ακόμη και η Ισπανία του σοσιαλιστή Σάντσεθ αρνήθηκαν να αναστείλουν τις πωλήσεις όπλων και άλλες εμπορικές συμφωνίες, επικαλούμενες θέσεις εργασίας και στρατηγικά συμφέροντα. Οσο για τον Ταγίπ Ερντογάν, παρά την υπόσχεση ότι θα αποκαλύψει τη «γυμνή αλήθεια», εξακολουθεί να κρατά στο απυρόβλητο την κορυφή του καθεστώτος, παζαρεύοντας για οικονομικά οφέλη από το Ριάντ και γεωπολιτικά από την Ουάσιγκτον.

Σε δεινή θέση ο πρίγκιπας διάδοχος

Παρά την ασυλία που του προσφέρουν για την ώρα Τραμπ και Ερντογάν, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει υποστεί σοβαρό ηθικό και πολιτικό πλήγμα από την υπόθεση Κασόγκι. Στις αμερικανικές εφημερίδες πυκνώνουν τα άρθρα που καλούν τον βασιλιά Σαλμάν να θυσιάσει τον πρίγκιπα διάδοχο και γιο του, ώστε να διασώσει το καθεστώς από τη διεθνή απομόνωση και τις ενδεχόμενες οδυνηρές κυρώσεις. Οσο προχωρημένο κι αν ακούγεται, ένα παρόμοιο μέτρο δεν θα ήταν πρωτοφανές, ούτε καν για τον Σαουδάραβα μονάρχη. Οταν ανέβηκε στον θρόνο, το 2015, καθαίρεσε όχι έναν αλλά δύο πρίγκιπες διαδόχους προκειμένου να ανοίξει τον δρόμο στον γιο του: πρώτα τον ετεροθαλή αδελφό του Μουρκίν μπιν Αμπντουλαζίζ και ύστερα τον ανιψιό του Μοχάμεντ μπιν Νάγεφ, ένα από τα πιο ισχυρά πρόσωπα του καθεστώτος. Στο παρελθόν, υπήρξε μία ακόμη θεαματικότερη ανατροπή. To 1964, ο ίδιος ο βασιλιάς Σαούντ μπιν Αμπντουλαζίζ υποχρεώθηκε να παραιτηθεί ύστερα από παλατιανό πραξικόπημα, καθώς είχε αποκηρυχθεί από το πανίσχυρο ιερατείο και το παλάτι του πολιορκούνταν από την προεδρική φρουρά. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι δεν αποκλείεται το Ριάντ να ξαναζήσει παρόμοιες εμπειρίες εάν δεν γίνουν ριζικές αλλαγές, ενώ οι πιο τολμηροί θεωρούν αναγκαία και ώριμη την καθιέρωση συνταγματικής μοναρχίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ