ΘΕΑΤΡΟ

«Δούλες» μιας σκηνοθεσίας εξαρχής καταδικασμένης

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Ο Αργύρης Ξάφης (αριστερά) και ο Κώστας Μπερικόπουλος (δεξιά) μαζί με τον Δημήτρη Ημελλο, εκλεκτοί ηθοποιοί και οι τρεις, μολονότι φορούσαν γυναικεία ρούχα ερμήνευσαν τους ρόλους ως άνδρες. Το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε τη σκηνοθετική προσέγγιση...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι γνωστό ότι ο Ζαν Ζενέ (1910-1986) σκεφτόταν τις «Δούλες» (1947) του ερμηνευμένες από άνδρες ηθοποιούς. Να θεωρούσε ότι, αν έπαιζαν άνδρες τους τρεις ρόλους του έργου του, θα έμπαινε στη μύτη του αστικού θεάτρου της εποχής, καθώς η παρενδυσία θα ακύρωνε άμεσα τις σοβαρές προσδοκίες του κοινού; Είναι πολύ πιθανό.

Και από άλλα γραπτά του Ζενέ προκύπτει ως πιο πειστική «εξήγηση» η επιθυμία του συγγραφέα να χτυπήσει την υποκρισία τού καθωσπρέπει κοινού. Γιατί να πάνε οι θεατές να δουν ένα έργο όπως οι «Δούλες», το οποίο ο συγγραφέας του εμπνεύστηκε από την πραγματική ιστορία δύο νεαρών γυναικών που μεγάλωσαν σε ορφανοτροφεία, από μικρές δούλευαν ως υπηρέτριες και κάποια στιγμή δολοφόνησαν άγρια τις δύο κυρίες τους; «Οι ήρωες που αφθονούν στα βιβλία, στις τραγωδίες, στα ποιήματα και στους πίνακές σας, εξακολουθούν να κοσμούν τον βίο σας την ώρα που τα κακόμοιρα τα πρότυπά τους τα περιφρονείτε. Ομως, καλά κάνετε: τα πρότυπα αυτά αρνούνται το τεντωμένο χέρι σας», γράφει στο «Παιδί εγκληματίας» (1949 - εκδ. Αγρα, 2015), καταγγέλλοντας ότι ανεχόμαστε ως «ήρωες» εγκληματίες αφού πρώτα έχουν εξημερωθεί από τους καλλιτέχνες. «Περνάτε ξυστά από το αληθινό μεγαλείο. Το αγνοείτε και προτιμάτε την απομίμησή του», συμπληρώνει ο Ζενέ, στο πλαίσιο της μυθολόγησης του Κακού που επιχείρησε, ως δύναμη που δεν πολεμά, αλλά ορίζει το Καλό.

Ο,τι και αν εννοούσε ή επιθυμούσε ο Ζενέ, προτείνοντας την ερμηνεία των «Δούλων» από νεαρούς άνδρες, μας αφορά σήμερα μόνο στον βαθμό που μπορεί να οδηγήσει σε μια σοβαρή σκηνική προσέγγιση – και όχι σε μια παρωδιακή ανάγνωση σαν αυτή του Τσέζαρις Γκραουζίνις στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Ακόμη κι αν δεν ήταν αυτός ο στόχος του σκηνοθέτη, να παίξει δηλαδή με το φύλο ρόλων και ερμηνευτών, αλλά να δείξει ότι η ανθρώπινη ουσία είναι κοινή σε άνδρες και γυναίκες, δεν κατάφερε να αποφύγει τον προφανή κίνδυνο, τη γελοιοποίηση των δραματικών προσώπων. Και ας ανέλαβαν τους ρόλους των δύο υπηρετριών και της κυρίας τους τρεις πραγματικά εκλεκτοί ηθοποιοί: ο Αργύρης Ξάφης, ο Δημήτρης Ημελλος και ο Κώστας Μπερικόπουλος.

Αντιμετωπίζοντας τους ρόλους «ως άνδρες – και όχι ως άνδρες ντυμένοι γυναίκες», η υπόθεση ήταν εξαρχής καταδικασμένη. Δεν γίνεται να φοράς γυναικεία ρούχα αλλά να παίζεις σαν άνδρας, όταν μάλιστα οι διάλογοι είναι γραμμένοι σε μια εξαιρετικά προσεγμένη γλώσσα που μεταφέρει όλη την αισθαντικότητα και τη συνθετότητα της γυναικείας φύσης. Δεν ξέρω αν «το φύλο είναι κοινωνική κατασκευή», όπως ισχυρίζονται διαπρεπείς εκπρόσωποι των gender studies, αλλά αυτές οι Δούλες επιβεβαιώνουν ότι το φύλο είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο απ’ ό,τι δηλώνουν τα ρούχα που φοράμε.

Το αποτέλεσμα; Παρακολουθείς τους τρεις ηθοποιούς σαν αξιοπερίεργα, που δεν πείθουν ούτε ως προς τον δεύτερο στόχο της σκηνοθεσίας: να αποκαλύψουν το «δράμα» των ηθοποιών που είναι «φυλακισμένοι» στον χώρο/χρόνο της παράστασης και στην ψυχή και στο σώμα των ρόλων τους.

Ετσι, αντί να ενισχύει την πίστη στη θεατρική τέχνη, την καθαρτήρια δύναμη της οποίας οι «Δούλες» υμνούν όσο λίγα έργα, η παράσταση του Γκραουζίνις μάλλον επιβεβαιώνει κάποιου είδους δημιουργική κρίση του καλού σκηνοθέτη, που διαφαίνεται και στο σημείωμά του: «Τρεις έμπειροι ηθοποιοί –δούλοι του κοινού– παίζουν τις Δούλες σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσουν την επιθυμία της μεσαίας τάξης για μελό: να το βλέπει, να το βιώνει να το απολαμβάνει... Μια μεταφορά για την τέλεια υποδούλωση. Δούλες δέσμιες της ζήλιας και των φαντασιώσεών τους, ηθοποιοί φυλακισμένοι στους ρόλους τους και δέσμιοι της προσδοκίας του κοινού, άντρες φυλακισμένοι στα γυναικεία ρούχα και ψιμύθια. Οι θεατές γίνονται αυτόπτες μάρτυρες του θανάτου του θεάτρου. Το νόημα χάνεται. Η εξέγερση είναι αδύνατη».

Πάνε τα ωραία χρόνια που οι καλλιτέχνες έβαλλαν κατά της αστικής τάξης και του θεάτρου της... Τώρα το κοινό της παράστασης ανήκει στη μεσαία τάξη (μια γενίκευση χωρίς «πρόσωπο», αφού συμπεριλαμβάνει τις πιο διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες) η οποία έχει τη δύναμη να «υποδουλώνει» τους ηθοποιούς, στο πλαίσιο της ανάγκης της να βλέπει, να βιώνει να απολαμβάνει... το μελό! Πώς προκύπτει αυτή η άποψη, δεν το γνωρίζω. Ούτε πώς, επιλέγοντας άνδρες ηθοποιούς για τις «Δούλες», οι θεατές γίνονται αυτόπτες μάρτυρες του θανάτου του θεάτρου. Το νόημα μπορεί να χάνεται αλλά πάντα ξαναβρίσκεται και είναι αστείο να μιλάμε για θάνατο του θεάτρου σε μια εποχή που παρατηρείται διάχυση της έννοιας του θεατρικού σε απροσδόκητες καλλιτεχνικές μορφές, και σ’ ένα πλήθος σχέσεων και δραστηριοτήτων του κοινωνικού βίου.

Την απάντηση στα ζητήματα που απασχολούν τον σκηνοθέτη δίνει ο ίδιος ο Ζενέ, ο οποίος είχε γράψει ότι το προνομιακό κοινό του είναι όλοι όσοι είναι «αρκετά εξασκημένοι για να στοχαστούν πάνω στο θέατρο γενικά, και στο έργο που παίζεται εκείνη τη μέρα». Δεν είναι κοινωνικοοικονομικής τάξης τα κριτήριά του για τους ιδανικούς θεατές. Οσο για την πίστη του στο θέατρο, αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη:

«Ακόμη κι αν αυτός ο λεγόμενος ιστορικός χρόνος δεν εξαλείφεται τελείως από τη συνείδηση των θεατών, ένας άλλος χρόνος, που κάθε θεατής τον ζει στην πληρότητά του, αρχίζει να κυλάει δίχως αρχή και τέλος, κι αμέσως τινάζει στον αέρα τις ιστορικές συμβάσεις που επιβάλλονται από την κοινωνική ζωή, τινάζοντας ταυτόχρονα και τις κοινωνικές συμβάσεις. Κι αυτό δεν το κάνει προς όφελος μιας οποιασδήποτε αναταραχής αλλά μιας απελευθέρωσης – γιατί το θεατρικό συμβάν είναι μετέωρο, έξω από τον χρόνο που μετριέται ιστορικά, εξαρτάται από τον δικό του δραματικό χρόνο, προς όφελος μιας ιλιγγιώδους απελευθέρωσης». Εκεί είναι η πρόκληση, και το στοίχημα, πάντα και σήμερα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ