ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΝΑΣ*

Η κυβέρνηση νομοθετεί την αύξηση της ανεργίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ν​​α ’σαι υγιής, με όρεξη για δουλειά και να μη βρίσκεις πουθενά να εργαστείς: βαθιά πληγή για την τσέπη, αλλά και το πνεύμα του ανθρώπου. Παρότι, όμως, όλοι αναγνωρίζουν δημοσίως το πρόβλημα, καμία κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να σκοτώσει το τέρας της ελληνικής ανεργίας, και επί κρίσης έγινε φοβερότερο από ποτέ.

Στη ρίζα της διαχρονικής αποτυχίας να νικήσουμε την ανεργία κρύβεται μια ισχυρή παρανόηση για το πώς λειτουργεί η αγορά εργασίας: η θρησκευτική πίστη ότι όλα τα προβλήματα των εργαζομένων λύνονται με φιρμάνι, ότι σπανίζουν οι καλοπληρωμένες δουλειές μόνο επειδή αρνήθηκε ο/η υπουργός «να προστατεύσει τον κόσμο της εργασίας» (πόσο άκαρδοι!). Η σημερινή κυβέρνηση μάλιστα σπάει ρεκόρ αντιεπιστημονικής και σχιζοφρενούς οικονομικής προσέγγισης, δηλώνοντας βαθύ πόνο υπέρ ανέργων, την ίδια ώρα που λοιδορεί όποια προσπάθεια έγινε να πέσει η ανεργία!

Λαϊκιστές πολιτικοί και ανεύθυνα συνδικάτα παραδοσιακά διαβεβαιώνουν ότι όλα θα λυθούν με περισσότερη ρύθμιση, νομοθετώντας υψηλότερους μισθούς, λιγότερες ώρες εργασίας, εθνικές συμβάσεις εργασίας. Αυτή η λογική πάντα έπασχε, αλλά χρειάστηκε η κρίση για να φανεί το μέγεθος της πλάνης. Πώς ερμηνεύουν οι ρυθμισομανείς την πτώση της ανεργίας, με σταθερό περίπου ρυθμό, ήδη από το 2013 (προ ΣΥΡΙΖΑ) ώς σήμερα; Πτώση που δεν οφείλεται απλά στην έξοδο ατόμων από την αγορά (μετανάστευση, σύνταξη), αλλά σε πραγματική αύξηση της απασχόλησης;

Ενάντια στις λαϊκιστικές θεωρίες, τα οικονομικά εξηγούν άριστα το φαινόμενο και δείχνουν πως η απορρύθμιση που επέβαλαν οι «κακοί δανειστές», παρά την «αντίσταση» της κυβέρνησης, υπήρξε η μόνη ελπίδα για τον Ελληνα άνεργο. Οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ λοιπόν δεν ζητούσαν μείωση ελάχιστων μισθών γιατί είναι ανάλγητοι νεοφιλελεύθεροι, αλλά επειδή έβλεπαν την ανεργία να εκτοξεύεται και διαπίστωναν ότι το προ κρίσης επίπεδο των μισθών δεν μπορεί να ταιριάζει σε μια καταποντισμένη οικονομία. Στην ερώτηση «μα πώς θα ζήσει κανείς με 700, 500 ή 360 ευρώ;», το σκληρό αλλά ρεαλιστικό αντεπιχείρημα ήταν: «Ζει καλύτερα με μηδέν;».

Σύμφωνα με τον αρχαίο νόμο της ζήτησης, στον πυρήνα κάθε ζητήματος εργασιακής πολιτικής φωλιάζει ένα ατσαλένιο, αναπόδραστο δίλημμα: μπορείς να επιδιώξεις υψηλότερους μισθούς ή χαμηλότερη ανεργία, αλλά όχι και τα δύο ταυτόχρονα.

Ο μισθός είναι η τιμή της εργασίας. Οταν ανεβαίνει η τιμή ενός προϊόντος, ως πρώτη αντίδραση μειώνει τη ζήτηση. Αυτό ισχύει σε κάθε εποχή, με κάθε σύστημα. Οσο κι αν οι οπαδοί της μαγικής σκέψης θέλουν να πιστεύουν το αντίθετο, ρύθμιση που αυξάνει σημαντικά τον μισθό ενός ατόμου θα τείνει ταυτόχρονα να δυσχεραίνει την εύρεση εργασίας. Αν π.χ. η κυβέρνηση όριζε «οι έχοντες αρχικά ονόματος ΣΓ πληρώνονται ελάχιστο μισθό 5 δισ. τον μήνα», δεν θα γινόμουν πλούσιος, αλλά αιώνια άνεργος.

Τα διψήφια ποσοστά ανεργίας που είχαμε, ακόμα και στην κατασκευαστική φρενίτιδα των Ολυμπιακών Αγώνων, ήταν ακλόνητο σημάδι ότι το κράτος όριζε μισθούς αγνοώντας τις οικονομικές συνθήκες. Γενικά η υψηλή ανεργία δεν είναι αναπόφευκτο χαρακτηριστικό «αδύναμων» χωρών (η φτωχότερη Ρουμανία γιατί έχει 4-5 φορές χαμηλότερη ανεργία;), αλλά υπερ-ρυθμισμένων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ύψιστη ανεργία παρατηρείται εκεί όπου χτυπάει περισσότερο η κρατική παρέμβαση: σε ανειδίκευτους και νέους που φλερτάρουν με τον ελάχιστο μισθό.

Γενικά η ρύθμιση της εργασίας έχει νικητές και χαμένους. Οταν ανεβαίνουν οι μισθοί τεχνητά, διά νόμου, όσοι έχουν δουλειά και την κρατήσουν κερδίζουν, αλλά όσοι αναζητούν δουλειά συνήθως χάνουν. Επειδή οι μεν είναι περισσότεροι απ’ τους δε (και εξ ορισμού για αυτούς ενδιαφέρονται τα συνδικάτα), οι κυβερνήσεις ενδιαφέρονται κυρίως για τους έχοντες ασφαλείς θέσεις εργασίας, και έτσι αυξάνουν τους μισθούς πέρα από το σωστό για την κοινωνία όριο. Να το ξαναπώ: λαϊκιστές πολιτικοί ρυθμίζουν την αγορά σε υψηλά επίπεδα που συμφέρουν εκλογικά, αλλά όχι κοινωνικά. Βέλτιστη για την κοινωνία δεν θα ήταν μηδενική ρύθμιση, αλλά σχεδόν σίγουρα χαμηλότερη.

Είμαστε λοιπόν καταδικασμένοι, είτε να είμαστε άνεργοι είτε εργαζόμενοι για ένα κομμάτι ψωμί; Οχι. Λύση υπάρχει, και είναι δοκιμασμένη παγκοσμίως, αλλά αντιτίθεται στον λαϊκισμό των πολιτικών και την ανυπομονησία πολιτών: πρώτα δουλεύεις, μετά αμείβεσαι. Αντί για τεχνητή αύξηση των μισθών διά νόμου, καλλιεργείς την οικονομία και οι μισθοί αυξάνονται οργανικά. Γιατί δεν είναι μόνο απάνθρωπο να παροπλίζεις, λόγω υπερρύθμισης, έναν στους τέσσερις υγιείς Ελληνες – είναι και αδιανόητα αντιπαραγωγικό. Οσοι δεν δουλεύουν, δεν παράγουν, δεν πληρώνουν φόρους, δεν στηρίζουν το ασφαλιστικό, δεν συσσωρεύουν κεφάλαια για μικρές και μεγάλες επενδύσεις. Ολοι χάνουμε όταν υπάρχει ανεργία.

Χώρα που καθηλώνει τους μισούς νέους άπραγους σε καφετέριες, δεν προχωράει. Κυβέρνηση που καταδικάζει εκατομμύρια στην ανεργία για να ωφελήσει όσους έχουν εργασία, δεν είναι «προοδευτική», καταστρέφει τη χώρα. Η υπουργός Εργασίας το είπε ξεκάθαρα: « [Η κυβέρνηση προσπαθεί] να ασκήσει τις μέγιστες δυνατές παρεμβάσεις προς όφελος των εργαζομένων». Καιρός να φροντίσουμε όμως λίγο και τους ανέργους...

* Ο κ. Σωτήρης Γεωργανάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο City University του Λονδίνου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ