ΚΟΣΜΟΣ

Αποψη: Η υλοποίηση απαιτεί τέχνη και επιμονή

ΓΙΑΝΝΗΣ Ζ. ΔΡΟΣΟΣ*

Οι σχέσεις Eκκλησίας - Πολιτείας ερίζονται από αιώνων και μάλλον θα απασχολούν άχρι καιρού, σημειώνει ο κ. Δρόσος.

Οπως κάθε σημαντική αλλαγή, έτσι και η συμφωνία-πλαίσιο Πολιτείας - Εκκλησίας συναντά εμφαντικούς φίλους και φανατικούς εχθρούς.

Πρόκειται για αληθινή τομή που αφορά μείζονες χώρους αλληλοεπικάλυψης και εμπλοκής. Η εκκλησιαστική περιουσία –«κοιμώμενος θησαυρός», κατά την προσφυή διατύπωση του Αρχιεπισκόπου– αίρεται από τον κυκεώνα της σημερινής της παραλυσίας και τίθεται υπό τη διαχείριση ενός ενιαίου φορέα του οποίου η διοίκηση, τα οφέλη και τα βάρη περιέρχονται εξ ημισείας σε κάθε μέρος. Η δυναμική της ρύθμισης αυτής, αν ευοδωθεί, μπορεί να ξεπεράσει σχετικά εύκολα κάθε προσδοκία. Μόνον όσοι βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από τα πράγματα ή σε μεγάλη αφέλεια μπορούν να νομίζουν ότι το ζήτημα έχει ήδη λυθεί πλήρως, αποτελεσματικά και πέραν αμφισβητήσεων με τις ανταλλαγές του Ν.Δ. 2185/1952.

Επειτα, υπό τις οικονομικές και θεσμικές εγγυήσεις της συμφωνίας, ο ιερός κλήρος απεντάσσεται από το δημοσιοϋπαλληλικό καθεστώς, στο οποίο δεν ανήκει (δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι οι κληρικοί μας) και επανέρχεται οργανικά πλήρως, δηλαδή και ως προς τη μισθοδοσία του, εκεί όπου ανήκει, δηλαδή στην Εκκλησία. Παράλληλα και ταυτόχρονα, η Εκκλησία, διά του Αρχιεπισκόπου, δεν υποδήλωσε αντίθεση στην –αυτονόητη για κάθε σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα– πανηγυρική διακήρυξη της θρησκευτικής ουδετερότητας της πολιτείας, δίπλα στη διατηρούμενη διαπιστωτική ρήτρα του Συντάγματος ότι η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η θρησκεία του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού της Ελλάδας.

Ασφαλώς η υλοποίηση της συμφωνίας απαιτεί τέχνη, επιμονή και υπομονή. Είναι γνωστό ποιος κρύβεται στις «λεπτομέρειες» και προφανώς απαιτούνται «μετρήματα» ποσών, προσώπων, ακινήτων κ.λπ. – αποσαφηνίσεις και εξειδικεύσεις που μόνον απλές δεν αναμένεται να είναι. Οι αντιρρήσεις πάντως που προβλήθηκαν από έγκριτους και βαθείς γνώστες των θεμάτων συναδέλφους, όπως οι Ι. Κονιδάρης και Γ. Κτιστάκις, μου φαίνονται περισσότερο αντιρρήσεις επί του περιεχομένου της συμφωνίας παρά αντιρρήσεις αρχής. Θέτουν, βέβαια, το ζήτημα εάν υπήρξε διαβούλευση με τον Οικουμενικό Θρόνο. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό –δεδομένου ότι η συμφωνία αφορά την Εκκλησία της Ελλάδος και όχι τις άλλες Εκκλησίες του ελλαδικού χώρου– η πολιτεία περιορίσθηκε να το συζητήσει με την Εκκλησία της Ελλάδος, αφήνοντας το ζήτημα της συνεννόησης με το Πατριαρχείο εκεί όπου κατ’ αρχήν ανήκει: στον χώρο της Εκκλησίας.

Οι ολοκληρωτικά αρνητικές φωνές συναντήθηκαν σε μια παράδοξη σύγκλιση: φωνές ιεραρχών εγκάλεσαν τον Αρχιεπίσκοπο ότι περίπου εξώνησε την Εκκλησία στην πολιτεία, ενώ φωνές από την πολιτική τάξη εγκάλεσαν τον πρωθυπουργό ότι παρέδωσε τα πάντα στην Εκκλησία. Αυτά είναι ήδη σοβαρή ένδειξη ότι η συμφωνία είναι καλή, πράγμα που, ευτυχώς, εχέφρων λόγος και από τις δύο πλευρές αναγνωρίζει.

Τη συμφωνία δέχθηκε ευμενώς –όσο της το επιτρέπει ο ρόλος που έχει και ο τρόπος που επέλεξε να τον επιτελεί, αλλά πάντως ευμενώς– η αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και το Ποτάμι και άλλοι από την αντιπολίτευση. Τούτο καθιστά τις όποιες εναπομείνασες πολεμικές των υπολοίπων του πολιτικού συστήματος κατά της συμφωνίας χωρίς ενδιαφέρον, αν όχι και γραφικές. Oσο για τις φωνές που προέρχονται από τον χώρο της Εκκλησίας, όταν δεν πρόκειται για κραυγές τυφλού φανατισμού (δυστυχώς υπάρχουν και τέτοιες) ή για εκδηλώσεις ανησυχίας για την επαγγελματική κατάσταση του κλήρου, είναι μάλλον φωνές που δεν κατανόησαν επαρκώς τα σημεία των καιρών, που ίσως προτιμούν να είχε ξεμπλεχθεί πόντο - πόντο με τα νύχια και τα δάχτυλα ο γόρδιος δεσμός, παρά να είχε κοπεί.

Οι σχέσεις Eκκλησίας - Πολιτείας ερίζονται από αιώνων και μάλλον θα απασχολούν άχρι καιρού. Με τη συμφωνία πάντως πραγματοποιείται ένα ακόμη σημαντικότατο –ίσως το σημαντικότερο μετά την εισαγωγή του πολιτικού γάμου– πρακτικό βήμα στην εγκατάσταση διακριτών ρόλων. Και τούτο σε μία όχι ανέφελη πορεία, που περιλαμβάνει την απαλοιφή της μνείας του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, το σύμφωνο συμβίωσης ατόμων του ιδίου φύλου, τον νόμο για την καύση των νεκρών, την και στην πράξη –και με την αντί ορκωμοσίας πολιτική διαβεβαίωση του ίδιου του πρωθυπουργού για την ανάληψη των καθηκόντων του– κατάργηση του μονοπωλίου του θρησκευτικού όρκου και άλλα.

* Ο κ. Γιάννης Z. Δρόσος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ