ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Συνταγματική Αναθεώρηση: Η αποδυνάμωση της πολιτικής ευθύνης

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΗΣΤΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την κατατεθείσα πρόταση αναθεώρησης διατρέχουν, μεταξύ άλλων, δύο αλληλένδετες μεταξύ τους ιδέες: αφενός η αμεσότερη έκφραση του λαού στο πολίτευμα, αφετέρου, αναγκαίως, έστω και μη εμπρόθετα, η αποδυνάμωση της Βουλής κι εν γένει του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Συνέπεια και των δύο είναι η αποδυνάμωση της πολιτικής ευθύνης της Κυβέρνησης και της Βουλής, κι εντέλει κάθε ευθύνης, καθώς δεν είναι νοητή η θεσμική απόδοση ευθύνης στον λαό. Η ευθύνη του λαού συγκεντρώνεται στις πραγματικές συνέπειες των επιλογών του και δεν αποτελεί μέρος του σχεδιασμού του πολιτεύματος.

Αναλυτικά:

Πρώτον, προτείνεται ο θεσμός του δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα ή για ψηφισμένο νομοσχέδιο πλέον μετά από λαϊκή πρωτοβουλία, δηλαδή μετά από συγκέντρωση ενός ελάχιστου αριθμού υπογραφών. Διευκολύνεται δηλαδή σημαντικά η προσφυγή σε δημοψήφισμα. Ακόμη και αν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορεί, σύμφωνα με την πρόταση, να μπλοκάρει ένα δημοψήφισμα, στην πράξη θα είναι δύσκολο, εάν έχει συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός υπογραφών. Άλλωστε, οι βουλευτές και η Κυβέρνηση, θεωρώ, θα έχουν λόγο να μην αναλαμβάνουν το πολιτικό κόστος δυσάρεστων ή δύσκολων επιλογών καλώντας οι ίδιοι τον λαό να προκαλέσει δημοψήφισμα. Έτσι αποδυναμώνεται η πολιτική ευθύνη της Κυβέρνησης και της Βουλής. H δυνατότητα συχνής προσφυγής σε δημοψήφισμα αλλοιώνει τον θεσμό της αντιπροσώπευσης ως διαβουλευτικής διακυβέρνησης βάσει ενός συνολικού, με ορίζοντα τετραετίας πολιτικού προγράμματος. Αντίθετα, με το δημοψήφισμα ο λαός  απευθύνει αποσπασματικές εντολές για συγκεκριμένα ζητήματα.

Δεύτερον, διαγράφεται ο κίνδυνος, μέσω του προτεινόμενου θεσμού της εποικοδομητικής πρότασης δυσπιστίας, να αποδυναμωθεί περαιτέρω ο ρόλος της Βουλής. Αυτό σημαίνει, με δυο λόγια, ότι η Βουλή δεν θα μπορεί να καταψηφίσει μια Κυβέρνηση παρά μόνο αν μπορεί να εκλέξει άλλη Κυβέρνηση. Έτσι η Βουλή χάνει το μοναδικό αποτελεσματικό μέσο κοινοβουλευτικού ελέγχου, το οποίο διέθετε: την απειλή εκλογών (εφόσον δεν τελεσφορούσε η διαδικασία των διερευνητικών εντολών). Από την άλλη η Κυβέρνηση δεν απογυμνώνεται από τα όπλα της έναντι της Βουλής. Η δυνατότητα κυβερνητικής διάλυσης της Βουλής για σοβαρό εθνικό θέμα στο άρθρο 41 παρ. 2 Συντ. παραμένει. Έτσι οι βουλευτές, που εκλέγονται με σταυρό προτίμησης, άρα με μεγάλο κόστος προβολής, θα πρέπει να το ξανασκεφτούν, προτού αποφασίσουν να δυσαρεστήσουν την Κυβέρνηση.    

Τρίτον, προτείνεται η καθιέρωση του συστήματος της απλής αναλογικής με σκοπό, μεταξύ άλλων, να μπει «τέλος στις μονοκομματικές κυβερνήσεις» και κάθε κοινοβουλευτική ομάδα να «αποτελεί ανά πάσα στιγμή εν δυνάμει κυβερνητικό εταίρο», ενώ σε θέματα «εκτός κυβερνητικής συμφωνίας» να υπερψηφίζει όποιος προαιρείται. Η προσέγγιση αυτή εντείνει, νομίζω, το χρονίζον μετά τον πόλεμο και τη γιγάντωση της εκτελεστικής εξουσίας πρόβλημα της ταύτισης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας με την Κυβέρνηση, καθώς η πρόταση αναθεώρησης φαίνεται να επιδοκιμάζει την προοπτική ταύτισης της ίδιας της Βουλής με την Κυβέρνηση. Στη μεταπολίτευση η ρεαλιστική προσδοκία κάθε βουλευτή να γίνει υπουργός, λόγω του κατά κανόνα πολυάριθμου των μελών του υπουργικού συμβουλίου σε συνδυασμό με τη σταδιακή μείωση των μελών των κοινοβουλευτικών ομάδων λόγω της κρίσης του κομματικού συστήματος, υπονόμευσε το κοινοβουλευτικό έργο, μπορεί δε να φέρει μερίδιο ευθύνης για την κρίση.

Κατά τη γνώμη μου, είναι για τον λόγο αυτό πλέον αναγκαίο να θεσπιστεί ανώτατο όριο μελών υπουργικού συμβουλίου, ώστε να ανακοπεί η προσδοκία κάθε βουλευτή να γίνει μέλος της Κυβέρνησης, και να ενισχυθεί έτσι η ανεξαρτησία του βουλευτή. Η πρόταση αναθεώρησης κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση: η προοπτική κάθε κοινοβουλευτικής ομάδας να μετέχει στην κυβέρνηση, λόγω του κατακερματισμού τον οποίον ευνοεί η απλή αναλογική, θα υπονομεύσει και τον ρόλο της αντιπολίτευσης, δηλαδή θα αποδυναμώσει έτι περαιτέρω τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Η διάχυση της ευθύνης είτε προς τον θεσμικά ανεύθυνο λαό, είτε λόγω σύγχυσης των ρόλων Κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, διαταράσσει τους μηχανισμούς λογοδοσίας και δημιουργεί για τον λόγο αυτόν προβλήματα στη δημοκρατική λειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος.  

*Η κ. Βασιλική Χρήστου είναι διδάκτωρ συνταγματικού δικαίου

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ