ΕΛΛΑΔΑ

Επικίνδυνες τοξίνες σε εννιά λίμνες

Του Θανάση Τσίγγανα

Υψηλές συγκεντρώσεις τοξινών, η συσσώρευση των οποίων θεωρείται επικίνδυνη για τον οργανισμό ανθρώπων και ζώων εντοπίστηκαν σε ελληνικές λίμνες και οι επιστήμονες προειδοποιούν για την ανάγκη αναγνώρισης του προβλήματος των τοξικών κυανοφυκών με τη θέσπιση ορίων ασφαλείας και συστηματικής εργαστηριακής παρακολούθησης των υδάτινων οικοσυστημάτων από τα οποία γίνεται χρήση πόσιμου νερού.

Ομάδα των βιολόγων του ΑΠΘ πραγματοποίησε έρευνα σε 32 υδάτινα οικοσυστήματα (31 λίμνες κι έναν ποταμό) την περίοδο 1999-2000 και σε εννέα λίμνες της χώρας διαπίστωσε την ύπαρξη τοξινών πάνω από τα όρια που ορίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο 7ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φυκολογίας πριν από λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη.

Η ομάδα των επιστημόνων μελέτησε την ανάπτυξη των κυανοφυκών ή κυανοβακτηρίων (πρόκειται για πλαγκτονικούς οργανισμούς), πολλά είδη των οποίων όταν συσσωρεύονται σε μεγάλες ποσότητες στην επιφάνεια των νερών μιας λίμνης, λόγω του ευτροφισμού, δημιουργούν το φαινόμενο των «πράσινων νερών» μέσα στα οποία παράγονται τοξίνες.

Οπως σημειώνει στη διδακτορική της διατριβή η δρ βιολογίας κ. Ελισάβετ Βαρδάκα, «έκθεση θηλαστικών, ψαριών και πτηνών σ' αυτές τις τοξίνες έχει συσχετιστεί με επεισόδια τοξίνωσης και θανάτου, ενώ έχουν αναφερθεί επιδράσεις των τοξινών και στα φυτά. Στη διεθνή βιβλιογραφία έχουν αναφερθεί συμβάντα τοξίνωσης ανθρώπων από κυανοβακτηριακές τοξίνες λόγω πόσης νερού και χρήσης νερού για αναψυχή, ενώ πρόσφατα διαπιστώθηκε θάνατος ανθρώπων μετά τη χρήση νερού με κυανοβακτηριακές τοξίνες για αιμοκάθαρση (Βραζιλία).

»Επιπρόσθετα, ορισμένες τοξίνες κυανοβακτηρίων θεωρούνται παράγοντες καρκινογένεσης και υπάρχουν επίσης δεδομένα για τη συσσώρευσή τους σε μύδια, στρείδια και ψάρια γεγονός που υποδεικνύει τη μεταφορά των τοξινών στην τροφική αλυσίδα».

Η παρουσία τοξινών σε υδάτινα οικοσυστήματα που χρησιμοποιούνται για ύδρευση και αναψυχή μελετάται σοβαρά σε παγκόσμια κλίμακα κι απασχολεί τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ο οποίος έχει θεσπίσει ελάχιστα όρια παρουσίας τους στο νερό.

Δεν υπάρχουν όρια

Οι αρμόδιες υπηρεσίες στην Ελλάδα δεν αγνοούν το πρόβλημα (έχει γίνει στο παρελθόν σχετική μελέτη με χρηματοδότηση κρατικών φορέων) αλλά, καθώς η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει θεσπίσει όρια ή κάποιο πλαίσιο αντιμετώπισης, παρά τη σοβαρότητά του, το πρόβλημα αυτό δεν έχει αναγνωριστεί.

Οπως είπε μιλώντας στην «K» ο αναπληρωτής καθηγητής Βιολογίας του ΑΠΘ κ. Θωμάς Λαναράς, νομικό καθεστώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Στην Ευρώπη κάποιες χώρες έχουν, κι άλλες δεν έχουν. Σε όσες υπάρχει νομικό καθεστώς, έχουν θεσπιστεί κανόνες για την αντιμετώπισή του κατά τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Από τις χρήσεις των νερών μιας λίμνης προκύπτει και το μέγεθος του προβλήματος γι' αυτό και το ενδιαφέρον των επιστημονικών μελετών που γίνονται είναι επικεντρωμένο στις λίμνες τα νερά των οποίων χρησιμοποιούνται για ύδρευση και εκείνων που βρίσκονται δίπλα σε πόλεις με έντονες δραστηριότητες για άθληση κι αναψυχή. Το 1984, η Ε.Ε. διεξήγαγε έρευνα που αποσκοπούσε στην εκτίμηση της έκτασης και της σοβαρότητας των προβλημάτων που προκαλούνται από την παρουσία τοξικών κυανοβακτηρίων και των τοξινών τους σε υδάτινα οικοσυστήματα, αλλά οι ελληνικές Αρχές δήλωσαν ότι στην Ελλάδα δεν έχει αναφερθεί η παρουσία τους ή επεισόδια τοξινώσεων.

«Το γεγονός αυτό», εκτιμούν οι ειδικοί επιστήμονες, «μπορεί να οφειλόταν είτε σε έλλειψη δεδομένων είτε σε απουσία αρκετά σοβαρών περιστατικών τα οποία θα μπορούσαν να συνδεθούν με επεισόδια τοξινώσεων και θανάτων, ανθρώπων και ζώων, από κυανοβακτηριακές τοξίνες.

Σύμφωνα με στοιχεία της ομάδας των Ελλήνων επιστημόνων, η παρουσία κυανοβακτηριακών τοξινών αναφέθηκε για πρώτη φορά το 1987 στις λίμνες Βεγορίτιδα, Κορώνεια, Βόλβη και Καστοριάς, ενώ η πρώτη δημοσίευση σε έγκυρο διεθνές επιστημονικό περιοδικό έγινε το 1989. Στη χώρα μας, μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν αναφορές στη βιβλιογραφία που να συνδέουν τις κυανοβακτηριακές τοξίνες με τοξινώσεις ή θανάτους ανθρώπων και ζώων.

Η έλλειψη πληροφοριών και η απουσία μελετών για την παρουσία και τις μεταβολές των κυανοβακτηρίων και των τοξινών τους στα ελληνικά υδάτινα οικοσυστήματα σε συνδυασμό με το μέγεθος των προβλημάτων που διαπιστώθηκαν σε άλλες χώρες, ευρωπαϊκές και μη, με περιβαλλοντικές συνθήκες παρόμοιες με τις ελληνικές, κατέστησαν αναγκαία την πρόσφατη έρευνα των βιολόγων του ΑΠΘ.

Η ομάδα των επιστημόνων διαπίστωσε ότι το πρόβλημα είναι έντονο στις αστικές λίμνες όπως είναι της Καστοριάς και των Ιωαννίνων. Τον κατάλογο των λιμνών στις οποίες εντοπίστηκαν υψηλές συγκεντρώσεις συγκροτούν οι λίμνες Βόλβη, Δοϊράνη, Μικρή Πρέσπα, Βιστωνίδα, Αμβρακία, Ζάζαρη και Κορώνεια. Ελλείψει διαρκούς εργαστηριακής παρακολούθησης και μελετών δεν μπορεί να αποτιμηθεί ακριβώς η έκταση του προβλήματος στην Ελλάδα (οι πιθανές επιπτώσεις στην τροφική αλυσίδα είναι ένα ζήτημα που διερευνάται διεθνώς).

Οπως ανέφερε ο κ. Λαναράς, «οι διαπιστώσεις από τις μετρήσεις που κάναμε είναι ένα πρώτο στάδιο της έρευνας και σε δεύτερο στάδιο θέλουμε να εξετάσουμε τις τυχόν επιπτώσεις από αυτές τις συγκεντρώσεις».

Στη λίμνη Καστοριάς

Ενα μεγάλο μέρος της έρευνας επικεντρώθηκε στη λίμνη της Καστοριάς, στην οποία σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρήθηκαν συγκεντρώσεις 3.000 φορές πάνω από τα όρια που έχει ορίσει η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας για το πόσιμο νερό.

Ο αντιδήμαρχος Καστοριάς κ. Χρ. Τόσκος ανέφερε στην «K» ότι τα συμπεράσματα της μελέτης για την κατάσταση των κυανοφυκών στη λίμνη έχουν κοινοποιηθεί ήδη στα υπουργεία ΠΕΧΩΔΕ και Γεωργίας που είναι αρμόδια. Ο ίδιος εξέφρασε την εκτίμηση ότι φέτος το φαινόμενο των πράσινων νερών εμφανίζεται μειωμένο. Ο δήμος, πάντως, σε ένα γενικότερο πλαίσιο ενεργειών για τη λίμνη έχει συμπεριλάβει το ζήτημα της δημιουργίας εξοπλισμένου εργαστηρίου στο Γ' ΚΠΣ.

Το φαινόμενο των πράσινων νερών παρουσιάζει εξάρσεις κυρίως τη θερινή περίοδο και σε δειγματοληψίες αυτής της περιόδου παρατηρήθηκαν οι υψηλότερες συγκεντρώσεις.

«Από μόνο του μπορεί να παρουσιάζει αυξομειώσεις», όπως ανέφερε η αναπληρώτρια καθηγήτρια κ. Μαρία Μουστάκα-Γούνη, «αλλά επιστημονικά, όταν σε ένα υδάτινο οικοσύστημα παρατηρηθούν τοξικά κυανοβακτήρια, αν δεν κάνουμε κάτι για να μειωθούν, αυτό σημαίνει ότι θα αυξάνονται».

Οπως λένε οι ειδικοί επιστήμονες, τα κυανοβακτήρια υπάρχουν σε όλες τις λίμνες του κόσμου αλλά το πρόβλημα είναι η αύξηση του όγκου τους στα νερά. Οι παράγοντες δημιουργίας του προβλήματος σχετίζονται και με τον ευτροφισμό μιας λίμνης, δηλαδή την αυξημένη είσοδο θρεπτικών ουσιών για τα φυτά μιας λίμνης, είτε είναι πλαγκτικά είτε μακρόφυτα. Τα θρεπτικά αυτά (π.χ. λύματα ή λιπάσματα) μπορεί να είναι ανόργανα ή οργανικά και η είσοδός τους στα νερά οδηγεί σε υψηλή βιομάζα φυτών και στις περισσότερες περιπτώσεις αύξηση του φυτοπλαγκτού. Τα τελευταία 50 χρόνια αυτή η αύξηση των θρεπτικών στα νερά της λίμνης συνδέεται με τις ανθρώπινες δραστηριότητες (ανθρωπογενής ευτροφισμός).

«Σε παγκόσμιο επίπεδο σήμερα έχει διαπιστωθεί ότι, όταν έχουμε τέτοιες σημαντικές συσσωρεύσεις κυανοφυκών σε ποσοστό πάνω από το 75%, είναι τοξικά», ανέφερε η κ. Μουστάκα-Γούνη.

Από την έρευνα που έγινε στα υδάτινα οικοσυστήματα, δήλωσαν τα μέλη της ομάδας, δεν έχουν παρατηρηθεί συγκεντρώσεις κυανοβακτηρίων σε λίμνες από τα νερά των οποίων υδροδοτούνται αστικές περιοχές, αλλά σε ορισμένα έχουν ανιχνευτεί είδη κυανοφυκών για τα οποία θα έπρεπε να υπάρχει συστηματική παρακολούθηση και σε περίπτωση που παρατηρείται αύξησή τους πάνω από τα όρια να θεσπίζονται μέτρα.

Ερευνες υδρογεωλόγων που έγιναν, έχουν καταλήξει ότι η αναλογία χρήσης πόσιμου νερού από υπόγεια ύδατα κι από επιφανειακά θα αλλάξει στο μέλλον λόγω της μείωσης που παρατηρείται στα υπόγεια υδάτινα αποθέματα αλλά και λόγω της αυξημένης ζήτησης, συμπέρασμα που προϋποθέτει συστηματική εργαστηριακή παρακολούθηση για το νερό που προορίζεται για κατανάλωση. Σήμερα το 90-94% του χρησιμοποιούμενου νερού είναι υπόγειο και το 6-10% είναι επιφανειακό, από ποτάμια, φράγματα ή λίμνες.

Μέθοδοι αντιμετώπισης

Το Ισραήλ είναι μία από τις χώρες που παρακολουθεί συστηματικά το πρόβλημα και τα τελευταία πέντε χρόνια, π.χ. στη λίμνη της Ναζαρέτ, εφαρμόζει μεθόδους αντιμετώπισής του έχοντας δεδομένα προηγούμενων ετών και την αιτία του προβλήματος. Το ζήτημα των κυανοφυκών θεωρείται πολύπλοκο, καθώς δημιουργεί νέα δεδομένα στο θέμα της ασφάλειας της ύδρευσης αλλά όχι πολυδάπανο.

Αλλες χώρες έχουν καταφέρει αναπτύσσοντας κατάλληλες μεθόδους κι ανάλογες με το υδάτινο οικοσύστημα να τα επαναφέρουν σε πολύ καλή κατάσταση, αντιμετωπίζοντας πρώτιστα τη ρύπανση από αστικά λύματα, εφαρμόζοντας προγράμματα ειδικής διαχείρισης και με ειδικές επεμβάσεις που στηρίζονται στην οικοτεχνολογία. Σκανδιναβικές χώρες εφαρμόζουν τέτοιες μεθόδους αλλά αυτό δεν σημαίνει, επισημαίνουν οι βιολόγοι «ότι οι μέθοδοι που εφαρμόζουν εκεί θα είναι το ίδιο αποτελεσματικές και σε ελληνικές λίμνες».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ