ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στα ύψη το κόστος δανεισμού των κυπριακών τραπεζών

Η Τράπεζα Κύπρου τον Αύγουστο ανακοίνωσε την έκδοση ομολόγου 220 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 12,5%. Οπως σχολιάζουν αναλυτές της ιστοσελίδας Stockwatch, η απόδοση αυτή υπερβαίνει κάθε προηγούμενο στην Ε.Ε. ακόμη και από τράπεζες που βρίσκονται στα πρόθυρα χρεοκοπίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κοντεύουν έξι χρόνια από τον κλονισμό που υπέστη το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου από το «κούρεμα» καταθέσεων. Οι κυπριακές τράπεζες εξακολουθούν, όμως, να αντιμετωπίζουν προβλήματα που αντανακλώνται στο υψηλό κόστος δανεισμού τους. Αντανακλώνται παράλληλα στις βαθμολογίες που τους έχουν δώσει οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης, καθώς παραμένουν σε μη επενδυτική βαθμίδα παρά την πρόσφατη αναβάθμιση της Κύπρου.

Στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια, οι κυπριακές τράπεζες εκδίδουν μετατρέψιμα ομόλογα αποφεύγοντας την έκδοση μετοχών. Ενδεικτική περίπτωση η Τράπεζα Κύπρου, που τον Αύγουστο ανακοίνωσε την έκδοση ομολόγου 220 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 12,5%. Οπως σχολιάζουν αναλυτές της ιστοσελίδας Stockwatch, η απόδοση αυτή υπερβαίνει κάθε προηγούμενο στην Ε.Ε. ακόμη και από τράπεζες που βρίσκονται στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Και βέβαια, προκύπτει πως το κόστος δανεισμού της οδεύει αυξανόμενο. Ενάμιση χρόνο νωρίτερα, τον Ιανουάριο του 2017, η ίδια τράπεζα είχε εκδώσει ομόλογο 250 εκατ. ευρώ με απόδοση 9,25%, που ήταν η δεύτερη υψηλότερη στην Ε.Ε. για αντίστοιχες εκδόσεις. Σύμφωνα με τον Γιώργο Θεοχαρίδη, καθηγητή χρηματοοικονομικών στο Διεθνές Ινστιτούτο Διοίκησης της Κύπρου, οι υψηλές αποδόσεις των τραπεζικών ομολόγων αντανακλούν τα προβλήματα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ο κλάδος παρά τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η Τράπεζα Κύπρου πούλησε κόκκινα δάνεια ύψους 2,7 δισ. ευρώ και οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης εξακολουθούν να τη βαθμολογούν μία βαθμίδα κάτω από την επενδυτική κατηγορία.

Σχετική έρευνα του Forbes υπολογίζει πως το ποσοστό των κόκκινων δανείων στις κυπριακές τράπεζες υπερβαίνει το 40%, καθώς έχει αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολο να μειωθεί το ιδιωτικό χρέος. Εχουν περιοριστεί τα χρέη των εταιρειών εκτός χρηματοπιστωτικού τομέα, σε αντίθεση, όμως, με τα δάνεια των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με στοιχεία της κεντρικής τράπεζας της Κύπρου, κόκκινα δάνεια, πιστωτικές γραμμές και άλλες μορφές μη εξυπηρετούμενης πιστωτικής διευκόλυνσης ανέρχονται συνολικά σε 20 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή τα κόκκινα δάνεια των νοικοκυριών ανέρχονται σε 10,7 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύουν πάνω από το 50% του συνόλου των δανείων προς νοικοκυριά. Μολονότι τα τελευταία δύο χρόνια η κυπριακή κυβέρνηση έχει θεσπίσει νομοθεσία για να διευκολύνει τις κυπριακές τράπεζες να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των κόκκινων δανείων, οι δυσκολίες είναι πολλές. Η Κύπρος έχει μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης, ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, γι’ αυτό και είναι πολύ υψηλό το ποσοστό των δανείων που συνδέονται με ακίνητο, συχνά την πρώτη κατοικία μιας οικογένειας. Καθίσταται έτσι εξαιρετικά δύσκολος ο χειρισμός αυτών των δανείων. Στην περίπτωση της Συνεργατικής Τράπεζας της Κύπρου, δεύτερης σε μέγεθος τράπεζας της νήσου με ενεργητικό άνω των 10 δισ. ευρώ, έπειτα από ελέγχους ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) έδωσε εντολή για την εκκαθάρισή της.

Η πλέον ευάλωτη στην Ε.Ε.

Η Κύπρος είναι η πλέον εκτεθειμένη από όλες τις υπερχρεωμένες ευρωπαϊκές χώρες στους πιστωτικούς κινδύνους που απορρέουν από το υψηλό χρέος των νοικοκυριών. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s που επικαλείται το μικρό μέγεθος της κυπριακής οικονομίας, τον αποδυναμωμένο τραπεζικό της τομέα και τα υψηλά επίπεδα δημοσίου και ιδιωτικού χρέους. Οπως τονίζει, «σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία όπως η αποταμίευση, τα ασφαλιστικά ταμεία και οι συντάξεις αλλά και τα γενναιόδωρα δίκτυα κοινωνικής προστασίας προσφέρουν προστασία έναντι των κινδύνων που εγκυμονεί το υψηλό χρέος των νοικοκυριών». Η Moody’s επισημαίνει ιδιαιτέρως πως η περίπτωση της Κύπρου είναι αξιοσημείωτη εφόσον δεν έχει σημειωθεί μείωση του χρέους των νοικοκυριών μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση. Αντιθέτως, τα επίπεδα χρέους των νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 21% από το 2007 ώς το 2017. Επισημαίνει, επίσης, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εντείνουν τους κινδύνους όπως το ότι τα καταναλωτικά δάνεια αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ του ανεξόφλητου χρέους αλλά και το ότι η χώρα έχει περιορισμένη δυνατότητα να απορροφήσει τους κραδασμούς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ