ΥΓΕΙΑ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Παχυσαρκία: «Αθώοι» τελικά οι γονείς

Η συστηματική άσκηση είναι μια καλή λύση για το σημαντικό πρόβλημα της παιδικής παχυσαρκίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H επίρριψη ευθυνών στους γονείς για την παιδική παχυσαρκία μπορεί να είναι άδικη, όπως υποδεικνύει μια νέα έρευνα. Μέχρι σήμερα πιστεύαμε ότι τα πρότυπα ταΐσματος από τους γονείς αποτελούσαν θεμελιώδη παράγοντα που καθόριζε αν το παιδί ήταν υπέρβαρο ή παχύσαρκο. Ωστόσο μία μελέτη υποδεικνύει ότι οι γονείς προσαρμόζουν τα πρότυπα ταΐσματος που ακολουθούν στο φυσικό βάρος και μέγεθος του παιδιού, το οποίο επηρεάζεται από γενετικούς παράγοντες.

Η μελέτη εκπονήθηκε από ερευνητές του King’s College London και του University College London. Η έρευνα υποστηρίζει ότι από την αρχή της κρίσης παιδικής παχυσαρκίας στις αρχές του αιώνα, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρέθηκαν οι περιβαλλοντικοί παράγοντες ως υπεύθυνοι για το πρόβλημα, με την ελπίδα ότι θα ήταν δυνατή η εξεύρεση μιας λύσης.

«Παραδόξως οι γονεϊκές συμπεριφορές βρέθηκαν στο επίκεντρο της προσοχής», αναφέρει η έρευνα. «Οι γονείς θεωρήθηκαν οι “φύλακες” του παιδικού φαγητού, οι οποίοι και διαμόρφωναν τη διατροφική συμπεριφορά του παιδιού». Η μελέτη, εξάλλου, υποδεικνύει ότι δύο γονεϊκά πρότυπα διατροφής διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο πώς οι γονείς ελέγχουν τις διατροφικές συνήθειες των παιδιών τους.

Ο περιορισμός του φαγητού, που θεωρείται ότι οδηγεί στην παχυσαρκία καθώς τα παιδιά τρώνε υπερβολικά όταν ο περιορισμός δεν υφίσταται.

Η πίεση για φαγητό, που θεωρείται ότι δημιουργεί άγχος στα παιδιά που δεν πεινάνε και καταλήγει στην παχυσαρκία. Αλλά αντί να επιβάλλουν τις διατροφικές συνήθειες των παιδιών, η έρευνα υποδεικνύει ότι οι γονείς «απλά αντιδρούν στα χαρακτηριστικά του παιδιού τους όταν αυτά αρχίζουν να εκδηλώνονται και δεν τα προκαλούν».

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία από τη μελέτη για την ανάπτυξη των διδύμων, στην οποία συμμετείχαν 4.500 ζευγάρια διδύμων που γεννήθηκαν στην Αγγλία και την Ουαλλία ανάμεσα στο 1994 και το 1996. Υπολόγισαν τους γενετικούς παράγοντες που καθορίζουν τις πιθανότητες αυτά τα άτομα να έχουν υψηλότερο ή χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος. Στη συνέχεια συνταίριαξαν τους γενετικούς παράγοντες με τις αναφορές ταΐσματος των γονέων, διαπιστώνοντας κατά πόσον αυτοί χρησιμοποίησαν περιορισμό ή πίεση. Η μελέτη διαπίστωσε ότι τα παιδιά που είχαν υψηλότερα αποτελέσματα στον γενετικό δείκτη μάζας σώματος είχαν και υψηλότερες αναφορές γονεϊκού περιορισμού και τα παιδιά με χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος είχαν υψηλότερα ποσοστά γονεϊκής πίεσης, γεγονός που υποδεικνύει ότι οι γονείς προσάρμοζαν τις στρατηγικές τους για κάθε παιδί ξεχωριστά. Ακόμη και σε οικογένειες όπου τα μη μονοζυγωτικά δίδυμα διέφεραν όσον αφορά τα γενετικά χαρακτηριστικά και τις προδιαθέσεις, οι γονείς έτειναν να είναι πιο περιοριστικοί με τον δίδυμο που είχε την τάση να έχει μεγαλύτερο βάρος, ενώ ασκούσαν περισσότερη πίεση στον δίδυμο που ήταν λιποβαρής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ