ΛΟΥΚΑΣ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Ο ρόλος του δικαστή και το Σύνταγμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στο άρθρο του καθηγητού κ. Θ. Παπαϊωάννου, με τίτλο «Τα δικαστήρια δεν είναι Εθνικό Νομισματοκοπείο» («Καθημερινή», 11.11), σημειώνεται: «Το εάν μια περικοπή μισθού ή σύνταξης ξεπερνάει τα όρια που μπορεί να δεχθεί η κοινωνική ευαισθησία των δικαστών, μικρή συνταγματική αξία έχει». Πολύ φοβούμαι ότι ο κ. καθηγητής αγνοεί ή παραβλέπει κάποια βασικά στοιχεία. Ας μου επιτραπεί να αποκαταστήσω την πραγματικότητα.

Πρώτον: Το άρθρο 87 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι «οι δικαστές σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος». Οι δικαστές δεν κρίνουν βάσει συναισθημάτων, αλλά με βάση το Σύνταγμα, τους νόμους, τα στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως και τη συνείδησή τους. Επομένως, αν οι ενέργειες της πολιτείας έρχονται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα, οφείλουν να το επισημάνουν και να αποφασίσουν αναλόγως. Αυτή είναι η αποστολή τους.

Οι Ρωμαίοι έλεγαν «fiat justitia ruat caelum», «fiat justitia et pereat mundus» (ας γίνει δικαιοσύνη και ας πέσουν οι ουρανοί, ας γίνει δικαιοσύνη και ας χαθεί ο κόσμος). Ακόμη και ο ιερός Αυγουστίνος κήρυξε: «Αν απουσιάζει η Δικαιοσύνη, τι άλλο είναι η πολιτική εξουσία, παρά οργανωμένη ληστεία;». Αλίμονο αν ο δικαστής λάμβανε υπόψη του «την κοινωνική του ευαισθησία» και τη σκοπιμότητα. Τότε δεν θα απένειμε δικαιοσύνη, αλλά θα λειτουργούσε σαν ακόμη μία δημοσιοϋπαλληλική υπηρεσία του κράτους, αντί για μία από τις τρεις συνταγματικές εξουσίες.

Δεύτερον: Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το επιχείρημα του κ. καθηγητή ότι η εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνηση, που γνωρίζει όλα τα δεδομένα κ.λπ., πρέπει να αποφασίζει για ό,τι αφορά την οικονομία και το ασφαλιστικό και όχι οι δικαστές είναι απολύτως ορθό. Οταν όμως η κυβέρνηση, καίτοι γνωρίζει, όπως λέγει και ο κ. καθηγητής, «όλα τα δεδομένα», προβαίνει σε αλόγιστες παροχές σε κάποιους και αδικεί, αντισυνταγματικώς, κάποιους άλλους, τότε τον λόγο έχει ο δικαστής.

Τρίτον: Το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι «οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους». Θα ήταν άδικο για τον κ. καθηγητή να του εξηγούσα τι σημαίνει η διάταξη αυτή. Απλώς του την υπενθυμίζω, μαζί με την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2, διότι, ως φαίνεται, κατά τη συγγραφή του άρθρου του, δεν τις είχε κατά νου.

Τέταρτον: Ο κ. καθηγητής καταφέρεται και κατά του «Μισθοδικείου», διότι εξέδωσε τις υπ’ αριθμ. 23 και 24/2006 αποφάσεις του, με τις οποίες δικαίωσε τους δικαστές σε μισθολογικό θέμα. Φαίνεται ότι συγκαταλέγεται σε αυτούς που υποστήριζαν ότι οι δικαστές, στις αποφάσεις τους που αφορούσαν τις αποδοχές τους, «ευλογούσαν τα γένια τους». Συνεπεία των σχολιασμών αυτών, η πολιτεία δημιούργησε το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 99 του Συντάγματος, στη σύνθεση του οποίου οι μετέχοντες δικαστές αποτελούν μικρή μειοψηφία (3 στους 9). Οπως πάμε, φαίνεται ότι το επόμενο βήμα για την εκδίκαση των υποθέσεων που αφορούν τις αποδοχές των δικαστών θα είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο! Τιμή μας και καμάρι μας! Θα δικάζουν τις υποθέσεις μας δικαστές κρατών, οι κυβερνήσεις και οι πολίτες των οποίων τους τιμούν και τους αμείβουν όπως τους αρμόζει. Η ντροπή θα είναι της ελληνικής πολιτείας, αν μεθοδεύσει κάτι τέτοιο – και, φυσικά, και εκείνων που θα την έχουν εξωθήσει σε τούτο.

* Ο κ. Λουκάς Λυμπερόπουλος είναι επίτιμος αρεοπαγίτης, Δ.Ν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ