Χρήστος Γιανναράς ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Λεξιλόγιο ασύμπτωτων «παραδειγμάτων»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: EΠIΦYΛΛIΔA

Π​​ώς γεννιέται μέσα στην Ιστορία ο ολοκληρωτισμός; Πώς γεννήθηκε ο επίκαιρος, in actu, ολοκληρωτισμός της «ελευθερίας των Αγορών»;

Η πιο ρεαλιστική προσέγγιση της καταγωγής των ολοκληρωτισμών προκύπτει μάλλον από τη σπουδή της ιστορίας κάποιων λέξεων. Αφετηρία (και κλειδί) στην αναδρομική διερεύνηση είναι η λέξη «αλήθεια» – ίσως επειδή παραπέμπει στην πιο αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου: να διακρίνει την ορθή από τη λαθεμένη γνώση ή, απλώς, να επιβάλει μια γνώμη-άποψη-δοξασία που τη λογαριάζει αλάθητη.

Η ανάγκη να διακριθεί η ορθή από τη λαθεμένη γνώση μπορεί να ικανοποιηθεί με δύο τρόπους: Με τη χρήση της ατομικής νοητικής ικανότητας ή με την κοινωνούμενη εμπειρική πιστοποίηση. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ως εγγύηση «ορθότητας» της γνώσης μια αλάθητη «αυθεντία» ή μια χρηστικά επιβεβλημένη «σύμβαση». Στη δεύτερη περίπτωση αρκεί η σύγκλιση της εμπειρίας όλων σε μια κοινά αποδεκτή πιστοποίηση, δηλαδή σε ομογνωμία.

Οι δύο «τρόποι» (περιπτώσεις ή ενδεχόμενα) σημαίνονται (απηχούνται) σε λέξεις: Η ελληνική λέξη α-λήθεια (στερητικό άλφα και λήθη - αφάνεια - απόκρυψη) σημαίνει τη μη-λήθη, επομένως την εμφάνεια - φανέρωση, το «εις φως έρχεσθαι», τη γνώση ως «φωτισμό» του γνωστοποιούμενου γεγονότος ή αντι-κειμένου. Η εμφάνεια (α-λήθεια) δεν είναι νοητική πιστοποίηση, είναι εμπειρική σχέση του υποκειμένου (που γνωρίζει) με το αντικείμενο (που γνωρίζεται).

Σχέση σημαίνει, όχι ένα στατικό, οριστικό δεδομένο, αλλά ένα ενεργούμενο απροκαθόριστο γεγονός. Γι’ αυτό και η γνώση αντι-κειμένου ή γεγονότος δεν είναι ποτέ η ίδια για όλους όσους το «γνωρίζουν». Η δυναμική της σχέσης «εμπεριέχει» πάντοτε (και δηλώνει) ένα ήθος: ιδιοτέλεια ή ανιδιοτέλεια, αυθυπερβατική ελευθερία ή συμφεροντολογική σκοπιμότητα. Επομένως η γνώση δεν «κατέχεται» σαν εργαλειακός εξοπλισμός, η γνώση «κατακτάται» και η «κατάκτηση» προϋποθέτει ελευθερία από χρησιμοθηρικές, ωφελιμιστικές σκοπιμότητες. Οταν η γνώση επιδιώκεται (ή παράγεται) για τη χρησιμότητά της, τότε το «περιεχόμενό» της δεν είναι η αλήθεια της αντι-κείμενης πραγματικότητας, αλλά η αντανάκλαση των εγωτικών μας προτεραιοτήτων. Γι’ αυτό και παραμένει διαχρονικά αποκαλυπτική η απόφανση του Αριστοτέλη: «Το ζητείν απανταχού το χρήσιμον ήκιστα αρμόττει τοις μεγαλοψύχοις και ελευθερίοις» (Πολιτικά Θ14, 1338β 2-4) – το να ζητάς παντού το χρήσιμο δεν ταιριάζει καθόλου στους μεγαλόψυχους και ελεύθερους ανθρώπους.

Η σπουδή των λέξεων (και των κειμένων) μας υποχρεώνει να δεχθούμε μια παράδοξη και δυσερμήνευτη ανακολουθία στην εξέλιξη της ανθρώπινης Ιστορίας: Προηγήθηκε το ελληνικό κοινωνιοκεντρικό «παράδειγμα» (τρόπος βίου ή πολιτισμός), με στόχο της ύπαρξης και της συνύπαρξης την προτεραιότητα της «κατά λόγον» κοινωνίας των σχέσεων, την πολιτική πραγμάτωση και φανέρωση της «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξης. Και ακολουθεί, στους λεγόμενους Μέσους Χρόνους και στη Νεωτερικότητα, η ριζική ανατροπή του ελληνικού πολιτισμικού «παραδείγματος»: Κυριαρχεί προοδευτικά και τελικά επιβάλλεται σε παγκόσμιες διαστάσεις το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» της Μετα-ρωμαϊκής Δύσης, με απολυτοποιημένη την προτεραιότητα του ατομοκεντρικού πρωτογονισμού: Κριτήριο «ορθότητας» της γνώσης αναδείχνεται αποκλειστικά η χρησιμότητα, η ωφελιμιστική αποτελεσματικότητα. Το σύνολο της οργάνωσης και λειτουργίας του βίου παγιδεύεται στις ορμέμφυτες, ενστικτώδεις ανάγκες της εγωτικής αυτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ηδονής.

Οι λέξεις και πάλι, η γλωσσική εκφραστική, αποτυπώνουν την κοσμογονική μεταβολή του παγκοσμιοποιημένου τρόπου ή πολιτισμού: Η «γνώση» ταυτίζεται πια απολύτως με την ατομική «κατανόηση», ζούμε στον πολιτισμό του cogito, η ίδια η ύπαρξή μας βεβαιώνεται από τη σκέψη-κατανόηση («σκέπτομαι άρα υπάρχω»). «Αλήθεια» είναι η σύμπτωση (adaequatio) του «πράγματος» με τη νοητική του σύλληψη (rei et intellectus). Η δυναμική της σχέσης αγνοείται, η γνώση είναι ατομική κυριαρχία, εφόδιο επιβολής, όχι καρπός «κοινωνίας».

Η «κοινωνία» ορίζεται μόνο ως societas=«εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι». Ελευθερία δεν είναι ο καρπός των εκπλήξεων της αυθυπέρβασης, των σχέσεων «κοινωνίας της χρείας», η κατακτημένη αποδέσμευση από την αναγκαιότητα. Είναι μόνο το παραχωρημένο από την εξουσία «δικαίωμα» επιλογών. Είμαι «ελεύθερος» επειδή «κατάκτησα» το «δικαίωμα» να επιλέγω τον δυνάστη μου: Αυτόν που «κέρδισε» την εξουσία, δηλαδή τις εντυπώσεις, με τα απάνθρωπα τεχνάσματα των διαφημιστών, των «κατασκευαστών κοινής γνώμης». Ή αυτόν που εμπορεύεται τον αφιονισμό μου – με το ποδόσφαιρο, με τον τζόγο, με τα ναρκωτικά, τη μουσική που παράγει η εμπορική συνταγογραφία, τη νέκρα της παντοδαπής «πρωτοπορίας».

Αντανακλάται σε λέξεις η δραματικά παρακμιακή, τέλεια απουσία «νοήματος» της ύπαρξης, της συνύπαρξης, της Ιστορίας: Nomina nuda η «δημοκρατία», ο «πλουραλισμός», η «ανοχή», η «προοδευτική» πολιτική ή διανόηση, ο «εκσυγχρονισμός» – το «Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» συντονιστικός θεσμός της διεθνούς τοκογλυφίας, «οίκοι» ιδιωτικοί (κερδοσκοπικοί) αξιολογούν τις οικονομίες κρατών, «και το κακό τέλος δεν έχει».

Το περίεργο είναι ότι οι ποδηγέτες, πολιτικοί και «διανοούμενοι», που μας καθηλώνουν τους Ελληνες στην ξιπασμένη μίμηση του παλιμβαρβαρισμού, θρηνούν κι από πάνω για τη βραδύτητά μας να εξευρωπαϊστούμε ολοκληρωτικά: Καθυστερούμε, λένε, η θλίψη και δυσφορία για τον εξανδραποδισμό που μας επιβάλλουν οι «εταίροι» μας υπονομεύει «τη διασφάλιση ανθεκτικότητας των θεσμών της δημοκρατίας» (!) Θρηνούν, τι θα απογίνουμε χωρίς εξευρωπαϊσμό.

Γιατί δεν εκπατρίζονται, μήπως με την απόσταση σπουδάσουν ψύχραιμα τη μητρική τους γλώσσα;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ