ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: «Κάλπη-κος» Προϋπολογισμός

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΕΤΣΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η χειρότερη κυβέρνηση που γνώρισε η χώρα ναρκοθετεί και το μέλλον της. Ενώ την έχει δεσμεύσει σε ασφυκτικά πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, σαλπίζει την επιστροφή σε καταδικασμένες συνταγές του παρελθόντος που ευθύνονται για την de facto χρεοκοπία της. Ενώ πήρε πολλά από όλους επί τέσσερα χρόνια, τώρα υπόσχεται παροχές σε λίγους για το 2019. Οταν δηλαδή δεν θα είναι κυβέρνηση. Ομως, η ζημιά είναι άμεση καθώς η οικονομία σκοντάφτει στην αυξημένη αβεβαιότητα που προκαλεί η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος και η παροχολογία της κυβέρνησης Τσίπρα. Φανταστείτε τι έχει να γίνει το 2019 που είναι χρονιά τριπλών εκλογών.

Ετσι, η κυβέρνηση κατέθεσε έναν προεκλογικό, δηλαδή «κάλπηκο» προϋπολογισμό, που μοιάζει με παλάτι στην άμμο. Γιατί του λείπουν τρία βασικά θεμέλια:

Ανάπτυξη. Ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται στο 2,5% το 2019, μακριά δηλαδή από το 4% που μπορεί και πρέπει να επιτύχει η πατρίδα μας για να πάψει να αποκλίνει από τις λοιπές ανεπτυγμένες οικονομίες της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ. Ομως, ακόμη και για να επιτευχθεί αυτός ο ρυθμός ανάπτυξης το υπουργείο Οικονομικών προβλέπει αύξηση των επενδύσεων κατά 11,9% (Πιν. 1.3). Το ίδιο όμως προέβλεπε και για φέτος όπου ανέμενε απογείωση επενδύσεων κατά 11,4%, αλλά προέκυψε ανώμαλη προσγείωση 0,8%. Τι θα αλλάξει του χρόνου; Μήπως αυξάνονται οι δημόσιες επενδύσεις; Οχι, αντίθετα πετσοκόβονται κατά 550 εκατ. ευρώ για να μπορέσει να «τάξει» η κυβέρνηση προ των εκλογών.

Μήπως είναι ευνοϊκότερη η διεθνής συγκυρία; Οχι, αντίθετα οι προειδοποιήσεις των διεθνών οργανισμών για επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και οι αναταράξεις στην Ιταλία δείχνουν ότι το διεθνές περιβάλλον θα είναι περισσότερο αρνητικό. Μήπως πέφτουν οι τιμές του πετρελαίου; Οχι, αντίθετα έχουμε μπει σε ένα περιβάλλον μεταβλητότητας που μάλλον θα οδηγήσει σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου, όπως αναγνωρίζεται και στην ίδια την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού (σελ. 15). Μήπως ενισχύθηκε η εμπιστοσύνη; Οχι, αντίθετα η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει στις αγορές, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου του ελληνικού Δημοσίου κινείται σταθερά πάνω από το 4%, το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει σπάσει κάθε φρένο στον κατήφορο κάτω από τις 600 μονάδες. Το ρίσκο μάλιστα της αβεβαιότητας που προκαλεί το ξήλωμα του «μεταρρυθμιστικού πουλόβερ», υποεκτιμάται σημαντικά και εύκολα μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο. Συνεπώς, ο ρυθμός ανάπτυξης μπορεί να συμπιεστεί κάτω ακόμη και από το «μίζερο», έπειτα από τόσα χρόνια κρίσης, 2% το 2019. Οπως έγινε και το 2017 και, δυστυχώς, αναμένεται και για φέτος.

Ρευστότητα. Αντί η κυβέρνηση να επιχειρήσει να την τονώσει κάνει το αντίθετο. Συνεχίζει την υπερφορολόγηση το 2018 με ακόμη 1 δισ. ευρώ να προστίθεται στους ήδη υπέρογκους φόρους. Επιπλέον, δεν επιστρέφει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της αν και είχε δεσμευθεί και είχε πάρει την κοινοτική χρηματοδότηση για αυτό, ενώ πετσοκόβει εκτός από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων καθυστερώντας εμβληματικά έργα, όπως το Ελληνικό. Επίσης, ρευστότητα χωρίς τράπεζες δεν υπάρχει. Οι τραπεζικές μετοχές καταρρέουν καθημερινά. Η πιστωτική επέκταση παραμένει αρνητική. Τα κόκκινα δάνεια εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλά (86 δισ. ευρώ τον Ιούνιο 2018) και η οργανική κερδοφορία των τραπεζών είναι απελπιστικά αδύναμη. Η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος στην Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (22/11/2018) για ένα σχήμα μείωσης των κόκκινων δανείων συνιστά παραδοχή ότι με το πέρασμα του χρόνου το πρόβλημα, αντί να λύνεται, κακοφορμίζει. Και πλέον ζητάει δραστικές λύσεις, αλλιώς δεν θα πέσει σταγόνα ρευστότητας στην έρημο της οικονομίας μας.

Μεταρρυθμίσεις. Σύμφωνα με την πρώτη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την «ενισχυμένη μεταμνημονιακή (sic) εποπτεία», κανένα από τα 16 προαπαιτούμενα που έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του χρόνου, δεν έχει υλοποιηθεί μέχρι στιγμής. Και όσο δεν προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις, όσο επικρατεί ο λαϊκισμός και ο κρατισμός, όσο αντιμετωπίζεται με εχθρότητα ο ιδιωτικός τομέας και η επιχειρηματικότητα, τόσο η Ελλάδα θα συνεχίσει να καταγράφει απογοητευτικές επιδόσεις σε όλους τους διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας. Η βελτίωση των επιδόσεων σε δείκτες όπως «επίδραση της φορολογίας στις επενδύσεις» (137η θέση), «χρήσεις γης» (145η θέση), «επίλυση δικαστικών διαφορών» (131η θέση), «διοικητικά βάρη» (130ή θέση) πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα ενός εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου. Που σήμερα απλά δεν υπάρχει.

«Κάλπηκος» προϋπολογισμός, χωρίς θεμέλια ανάπτυξης, ρευστότητας και μεταρρυθμίσεων είναι καταδικασμένος να αποτύχει.

* Ο κ. Στέλιος Πέτσας είναι διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκου Μητσοτάκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ