ΒΙΒΛΙΟ

Ψευδής λήθη

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΛΙΚΗ ΣΤΕΛΛΑΤΟΥ
Γάτα στον κήπο
εκδ. Κίχλη, σελ. 76

Ε​​χει ενδιαφέρον η επιλογή της Αλίκης Στελλάτου (γεν. 1974) να επικεντρωθεί στο πρώτο της βιβλίο στη γραφή και όχι στην πλοκή. Μόνο στην τελευταία σελίδα φανερώνεται ο ιστός ενός μύθου που μέχρι τότε μόνο σκόρπια νήματά του επικρέμονταν στην αφήγηση. Ριψοκίνδυνη επιλογή, καθώς η εμμανής μονοφωνία και η μονοπρόσωπη αυτοανάλυση επιβάλλουν ένα περίκλειστο συνειδησιακό πεδίο. Τη νουβέλα καταλαμβάνει ένας λόγος που αμφιρρέπει και παλινωδεί, επαναλαμβάνεται αυτιστικά, φυλλομετρά στιγμιότυπα της μνήμης και πασχίζει με δισταγμό και φόβο να ανασυνθέσει μια συντελεσμένη ιστορία. Η αφηγήτρια, παγιδευμένη θαρρείς στο σπίτι της, περιφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο, προσπαθώντας να θυμηθεί κάτι που είχε ξεχάσει.

Στην πρώτη σελίδα παρατηρεί πως τα πιάτα που είχε πλύνει, στέγνωναν από ώρα στην πιατοθήκη δίπλα στον νεροχύτη. Μαζί με τα πιάτα στέγνωναν και όλα όσα είχαν συμβεί. Στην πιατοθήκη στράγγιζε η μνήμη της. Βλέποντας τη φθαρμένη της όψη, γεμάτη κενά στην επιφανειακή επένδυση που σκέπαζε το πραγματικό της υλικό, η αφηγήτρια αναλογίζεται τα κενά που έχαιναν στη δική της επικάλυψη. Μια επικάλυψη άλλοτε γυαλιστερή που ολοένα θάμπωνε, όπως θάμπωναν και τα περιγράμματα που εσώκλειαν τον περασμένο χρόνο. Με το νύχι της γρατζουνάει αφηρημένα την επικάλυψη της πιατοθήκης, σαν να ξύνει μια πληγή, «δίνοντας έτσι, χωρίς να το καταλάβω, λίγο ακόμα χώρο στο κενό».

Εγκλωβισμένη μέσα στο κενό στο οποίο την είχε εγκλείσει μια λήθη αιφνίδια και καταιγιστική, η ηρωίδα μονολογεί μανιασμένα, άλλοτε στο πρώτο και άλλοτε στο δεύτερο πρόσωπο του ενικού, παλεύοντας να διαστείλει τον χρόνο έτσι ώστε να χωρέσει όλες τις τετελεσμένες στιγμές, αλλά κυρίως εκείνη τη μία που της επέβαλε μια αθέλητη, προστατευτική ενδεχομένως, αμνησία. Στη φωνή της δονούνται αλλεπάλληλοι συνειρμοί και σκέψεις ημιτελείς, τη διαστίζουν γραμμές και σημεία που αρνούνται να γίνουν διαδρομή. Στο ηχόχρωμά της αντηχεί μια προσδοκία που σταδιακά εντείνεται σε προσευχή. Ενα τράνταγμα την κλονίζει ενόσω η μνήμη της ανασαλεύει.

Ανασκαλεύοντας με λέξεις που διαρκώς επανέρχονται και διόλου προχωρούν, τις περασμένες ημέρες, αρχίζει να ενδίδει στην ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε ακόμα να σωθεί από ό,τι είχε συμβεί. Θα μπορούσε να πλαστογραφήσει το όνομά της και έτσι να λυτρωθεί από ό,τι είχε πράξει η Μαρία, που ήταν το πραγματικό της όνομα.

Από Μαρία γίνεται Μάρθα, αλλά το παρείσακτο θήτα προμηνύει τον θάνατο. Εξίσου δυσοίωνο αποδεικνύεται το επιθανάτιο βλέμμα του θείου της Βήσσου, ο οποίος πεθαίνοντας της κληροδότησε μια κρίσιμη κατακλείδα για τη ζωή, που όμως εκείνη την είχε προ πολλού ξεχάσει. Καταδυόμενη στην άβυσσο, στον βυθό του χρόνου, ψάχνοντας μια λησμονημένη κατακλείδα, η ηρωίδα χάνεται από το φως χάνοντας μαζί και τα χρώματα και τότε βλέπει μια γάτα με ασπρόμαυρο βλέμμα που «περπατούσε αργά και σταθερά προς το σημείο όπου έπρεπε να βρίσκεται οριστικά».

Από την αρχή μέχρι και το τέλος της αφήγησης η Στελλάτου διατηρεί τεταμένο το γλωσσικό κλίμα και μόνο οι έσχατες λέξεις του βιβλίου αποκαλύπτουν το τρομερό που αποσιωπούν. Η πάλλουσα από ενοχή και τρόμο φωνή της ηρωίδας αποκτά ενίοτε μια κοσμογονική διάσταση, που προσιδιάζει στον προφητικό τόνο βιβλικής συντέλειας, αλλά δεν ταιριάζει σε ιδιωτικούς ολέθρους. Ωστόσο, η Στελλάτου οδηγεί με αδιατάρακτη ένταση τη γραφή της στην κορυφή του νοήματος, συναιρώντας προσφυώς στην κατακλείδα τα επιμέρους σημεία της τεθλασμένης γραμμής που σχηματίζουν οι έμμονες σκέψεις της αφηγήτριας. Παρά την ισχνή θεματική, κρυπτογραφημένη σαν μαγική εικόνα ανάμεσα σε αγχωμένες, άτακτες, αχρονολόγητες λέξεις, η εμπιστοσύνη της συγγραφέως στη γραφή της δικαιώνεται απόλυτα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ