ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΕΡΒΕΣΟΣ*, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΝΑΣ*

Πόσο βλάπτει η πλαστογραφία εις βάρος του Δημοσίου;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δικαστικές αποφάσεις για άτομα που έχουν πλαστογραφήσει έγγραφα εις βάρος του Δημοσίου έχουν προκαλέσει ενίοτε κατακραυγή – τόσο λόγω υπερβολικής αυστηρότητας όσο και λόγω υπερβολικής επιείκειας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

Δημήτριος Βερβεσός*: Οι ισχυροί γλιτώνουν

Η​​ αρχή της ισότητας έναντι του νόμου και της ίσης εφαρμογής του νόμου έναντι πάντων αποτελεί λυδία λίθο της ευθυδικίας και του κράτους δικαίου.

Ευλόγως απασχόλησε την κοινή γνώμη η περίπτωση της καταδίκης σε πολυετή κάθειρξη της καθαρίστριας που έκανε χρήση πλαστού απολυτηρίου δημοτικού για την, προ ετών, πρόσληψή της. Η καταδίκη αυτή ήταν όχι μόνον άδικη και ανεπιεικής, αλλά και αντίθετη στη βασική αρχή του εργατικού δικαίου ότι ακόμη και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, π.χ. λόγω προσλήψεως δυνάμει πλαστού τίτλου σπουδών, ο εργαζόμενος που παρείχε τις υπηρεσίες του δικαιούται των αντίστοιχων αποδοχών, και άρα το Δημόσιο δεν υφίσταται ζημία.

Εκείνο, όμως, που καθιστά εξοργιστική τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση της εργαζομένης είναι η κραυγαλέα αναντιστοιχία με τον σημαντικό αριθμό περιπτώσεων οικονομικά και πολιτικά ισχυρών παραγόντων, που έκαναν αποδεδειγμένα χρήση πλαστών εγγράφων ή άλλων ιδιαίτερων τεχνασμάτων και ζημίωσαν το ελληνικό Δημόσιο, αλλά εντούτοις, είτε έμειναν ατιμώρητοι είτε –στις περιπτώσεις που τελικώς καταδικάστηκαν– έτυχαν ηπιότερης ποινικής μεταχείρισης. Αυτοί, δε, ζημίωσαν πολύ περισσότερο το Δημόσιο, καθώς, σε αντίθεση με την καθαρίστρια που παρείχε τις υπηρεσίες της, κερδοσκόπησαν εις βάρος του Δημοσίου, ωφελώντας τον εαυτό τους ή τρίτους.

Αυτή η δυσαναλογία ανάμεσα στον αξιόμεμπτο χαρακτήρα της πράξης και στην ένταση της ποινικής καταστολής είναι που εξεγείρει το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε, με αφορμή την προκείμενη υπόθεση, μπορεί, αν αξιοποιηθεί κατάλληλα από τον νομοθέτη, να έχει μια σημαντική παράπλευρη ωφέλεια: την αναθεώρηση των ποινικά αξιόλογων συμπεριφορών και τον επαναπροσδιορισμό της ποινικής τους μεταχείρισης, με βάση την αρχή της αναλογικότητας των ποινών. Επί παραδείγματι, η όμοια εφαρμογή ποινικών διατάξεων, όπως ο νόμος 1608/1950 περί καταχραστών Δημοσίου, επί συμπεριφορών με ιδιαιτέρως αποκλίνουσα απαξία, απάδει στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές που (πρέπει να) ηνιοχούν το ουσιαστικό και δικονομικό ποινικό μας σύστημα.

Η ποινική νομοθέτηση δεν πρέπει να επηρεάζεται από την εκάστοτε συγκυρία, ούτε να γίνεται με όρους επικοινωνίας. Απαιτεί νηφάλια προσέγγιση με βάση τις θεμελιώδεις αρχές της συνταγματικής και ποινικής δικαιοταξίας.

* Ο κ. Δημήτριος Βερβεσός είναι πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Κωνσταντίνος Τσίνας*: Αναλγησία και υποκρισία

​​Κατά τον Λίχτενμπεργκ, «δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να σέρνεσαι στα δικαστήρια για παλιές αμαρτίες, όταν ήδη από καιρό έχεις αρχίσει να γίνεσαι καλύτερος». Στην περίπτωση των ψευδοπτυχιούχων του Δημοσίου, που ανακαλύπτονται τα τελευταία χρόνια σωρηδόν από τη διοίκηση και εις βάρος τους επιβάλλονται –κάποτε εξοντωτικές– ποινές, η παραπάνω σκέψη διατηρεί, ίσως, κάποια αξία.

Πολλοί ψευδοπτυχιούχοι, αφού «ξεγέλασαν» την Υπηρεσία, απασχολήθηκαν σ’ αυτή επί δεκαετίες, συχνά με συνέπεια και επαγγελματισμό. Η σκληρή ποινική τους αντιμετώπιση, που κρίνει την παροχή τους απολύτως ανάξια λόγου, ακόμη και όταν αυτή δεν απαιτούσε ουσιαστικώς τα προσόντα του πτυχίου, δεν αποδίδει δίκαιο.

Κάποιες παράμετροι ακόμη πρέπει να συνυπολογίζονται στην κατεύθυνση της επιείκειας. Πρώτον, η χρονική απόσταση που, συνήθως, χωρίζει την τέλεση της πράξης από τον εντοπισμό και την τιμωρία της, καθιστώντας την καθυστερημένη ποινή «απλούν θέαμα» (Μπεκαρία). Δεύτερον, η πολλαπλή επιβολή κυρώσεων (ποινικών και πειθαρχικών), η οποία ενδέχεται να καθιστά δυσανάλογη την αντίδραση της Πολιτείας, προσβάλλοντας περί δικαίου διαισθήσεις που αφορούν τόσο την αρχή «ουχί δις εν τω αυτώ» όσο και τη «φυσική» γι’ αυτές τις περιπτώσεις ποινή (λ.χ. απόλυση). Τρίτον, το γεγονός ότι η κακουργηματοποίηση πολλών από τις ανωτέρω πράξεις οφείλεται στην αμφισβητούμενη νομοτεχνική μέθοδο της «διατίμησης» των σχετικών εγκλημάτων ή σε νόμους προορισμένους για άλλους δράστες, όπως ο περί «καταχραστών του Δημοσίου». Τέταρτον, η διαπίστωση μιας ενοχλητικής «συνυπαιτιότητας» της Υπηρεσίας που προχώρησε σε προσλήψεις χωρίς αυτονόητο, προσεκτικό έλεγχο του κύρους των προσόντων των προσληπτέων και χωρίς τακτική επιθεώρηση που θα ξεσκέπαζε έγκαιρα τους παραβάτες.

Ολα τα παραπάνω στοιχεία μπορούν να συμβάλουν στην προσπάθεια για απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης στη χώρα, απαλλαγμένης από τάσεις επίδειξης τιμωρητικού ζήλου, στηριγμένου σε ιδεολογήματα. Ειδικά για το ιδεολόγημα μιας κοινωνίας δήθεν εμφορουμένης από ιδανικά αξιοκρατίας και υψηλής πνευματικής εντιμότητας, που αιφνιδιάσθηκε από το θράσος των όψιμα ανακαλυφθέντων ψευδοπτυχιούχων, ο Λίχτενμπεργκ θα σημείωνε: «Ενδημούσε πάντα σ’ αυτή την πόλη μια μακάρια αποβλάκωση του πνεύματος».

* Ο κ. Κωνσταντίνος Π. Τσίνας είναι δικηγόρος, διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος ΣΕΠ του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ