ΗΛΙΑΣ Γ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ*

Η καθαρίστρια και το τέρας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​δεκαετής κάθειρξη της καθαρίστριας του Δήμου Βόλου επανέφερε στο προσκήνιο τον δρακόντειο νόμο 1608 του 1950 περί «καταχραστών του Δημοσίου».

Η ψήφιση του έκτακτου αυτού νομοθετήματος πυροδοτήθηκε από το μεγάλο, για τα δεδομένα της εποχής, σκάνδαλο λαθρεμπορίας χρυσού και συναλλάγματος με πρωταγωνιστή τον υποπλοίαρχο του Λιμενικού Κ. Μπακόπουλο και εμπλεκομένους διπλωμάτες, χρηματιστές και επιχειρηματίες.

Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης σημείωνε στην εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου τα εξής χαρακτηριστικά για το κλίμα της εποχής: «Η διά νόμου επιβολή της ποινής του θανάτου κατά των πεπωρωμένων εγκληματιών δύναται να θεωρηθή ως αποτελούσα εκδήλωσιν της ομοθύμου λαϊκής θελήσεως... δεν νομίζομεν ότι πρέπει να υπάρξη οίκτος διά τους μέλλοντας να καταδικασθούν εις την εσχάτην των ποινών καταχραστάς».

Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή οι καταχραστές του Δημοσίου χαρακτηρίστηκαν «τροφοδόται του κομμουνισμού» και «συμμορίται των πόλεων», οι οποίοι έπρεπε να μένουν κρεμασμένοι σε κοινή θέα επί τριήμερον προς παραδειγματισμό. Σε κύριο άρθρο της η εφημερίδα «Ακρόπολις» της 15.1.1949 αναφωνούσε, ότι «μας κυβερνούν σύμμαχοι του Μάρκου και συνένοχοι του Μπακοπούλου», και ζητούσε «να κρεμασθούν χωρίς πολλήν διαδικασίαν» οι ένοχοι.

Οι έκτακτες συνθήκες που προκάλεσαν την ψήφιση του Ν. 1608/50 επέτρεπαν την προσδοκία ότι η αποκατάσταση της ομαλότητας στον κοινοβουλευτικό και δημόσιο βίο της χώρας θα οδηγούσε στην κατάργησή του ob causam finitam. Συνέβη όμως το αντίθετο. Ο νόμος αυτός επιβίωσε της πρώτης ταραχώδους περιόδου της μεταπολεμικής μας ιστορίας και αργότερα, το 1987, διευρύνθηκε σε χαώδη βαθμό για να καταλάβει όλο τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά και τμήμα του ιδιωτικού, όπως τράπεζες, ανώνυμες εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις.

Η διεύρυνση αυτή κρίθηκε αναγκαία, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης, λόγω «της αναμφισβήτητης σημερινής πραγματικότητας της κρατικής παρέμβασης σε περισσότερους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής». Ο βαθμιαίος μάλιστα περιορισμός του υδροκεφαλικού δημόσιου τομέα από το 1990 και εξής δεν επηρέασε το πεδίο εφαρμογής του Ν. 1608/50, ο οποίος εξελίχθηκε σε φόβητρο για την παραγωγική οικονομία. Υγιείς συναλλασσόμενοι και επενδυτές αποφεύγουν την ελληνική αγορά, ενώ οι διοικούντες χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και άλλους φορείς εξαναγκάζονται σε αμυντική συμπεριφορά, προκειμένου να αποφύγουν τη μοιραία εμπλοκή τους με τον επίμαχο νόμο.

Στις δρακόντειες ποινές του νόμου (ισόβια κάθειρξη για τις βαρύτερες περιπτώσεις, κάθειρξη έως είκοσι έτη για τις λοιπές) οι μονομάχοι της πολιτικής αρένας βρήκαν το ιδανικό όπλο για την καταδίωξη των αντιπάλων. Σημαντικός αριθμός υποθέσεων, οι οποίες υπό τον Ποινικό Κώδικα, χωρίς την εφαρμογή του Ν. 1608/50, θα είχαν μια μετριοπαθή και ανάλογη προς τη βαρύτητά τους μεταχείριση, αντιμετωπίστηκαν με επιθετικότητα και σκληρότητα (προφυλάκιση, δυσανάλογες ποινές κ.λπ.).

Πράγματι, ο «πολεμικός» χαρακτήρας του Ν. 1608/50 διασπά το άρτιο και καλώς επεξεργασμένο σύστημα του Ποινικού μας Κώδικα για την προστασία της καθαρότητας των δημοσίων υπηρεσιών και της δημόσιας περιουσίας. Οι ποινές για τα σχετικά εγκλήματα, όπως η δωροδοκία, η ψευδής βεβαίωση, η απιστία ή η υπεξαίρεση, κλιμακώνονται ανάλογα με τον δράστη τους και τις ειδικότερες περιστάσεις που τελέστηκαν.

Το ισορροπημένο αυτό σύστημα ποινών υποσκάπτει ο Ν. 1608/50, ο οποίος ανατρέπει την αξιολογική κλίμακα των εννόμων αγαθών, όπως αυτή ορίζεται στο Σύνταγμα και τον Ποινικό Κώδικα. Η ισόβια κάθειρξη δικαιολογείται μόνο για πράξεις που προσβάλλουν συλλογικά ή ατομικά αγαθά ύψιστης σημασίας, όπως το πολίτευμα (εσχάτη προδοσία) ή η ανθρώπινη ζωή (ανθρωποκτονία). Αντιθέτως, ο αυθαίρετος προβιβασμός της περιουσίας σε υπέρτατο αγαθό, που τιμωρείται με την εσχάτη των ποινών, παραβιάζει την αρχή της αναγκαίας αναλογίας μεταξύ εγκλήματος και ποινής και εκβαρβαρίζει τη δημόσια ζωή.

Πριν από εξήντα οκτώ χρόνια, οι δημιουργοί του νόμου 1608 θεώρησαν ότι το δρακόντειο νομοθέτημα ήταν αναγκαίο έκτακτο μέτρο για την προστασία της περιουσίας του δοκιμαζόμενου κράτους. Το 1987, ο νομοθέτης επέλεξε την άμετρη διεύρυνσή του υπό το κράτος της ελπιδοφόρου, τότε, επέκτασης του δημόσιου τομέα. Η εμπειρία της εφαρμογής του νόμου έχει αποδείξει ότι οι προσδοκίες που τον συνόδευσαν δεν εκπληρώθηκαν. Από την άλλη πλευρά, η εργαλειοποίησή του από τους κατόχους ή τους διεκδικητές της εξουσίας ενέπλεξε το ποινικό δίκαιο και τους εφαρμοστές του σε μια μακρά περιπέτεια που απειλεί το κύρος τους.

Η υπόθεση της καθαρίστριας του Δήμου Βόλου ανέδειξε με δραματικό τρόπο τη μολυσματικότητα του νόμου 1608. Δεν πρόκειται για αποτελεσματικό όπλο για την προστασία της δημόσια περιουσίας αλλά για απολίθωμα που δηλητηριάζει ολόκληρο το ποινικό μας σύστημα. Η κατάργησή του αποτελεί επείγουσα ανάγκη.

* Ο κ. Ηλίας Γ. Αναγνωστόπουλος είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Ποινικολόγων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ