ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Eνθερμος υποστηρικτής του δυτικού προσανατολισμού της Ελλάδας και σκληρός αντίπαλος του ανατολικού συνασπισμού κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, o ΕυάγγελοςΑβέρωφ-Τοσίτσας, πρώην υπουργός των Εξωτερικών, είχε ήδη καθιερωθεί στο πολιτικό σκηνικό ως ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της Κεντροδεξιάς. Η αντιπαλότητα που μια τέτοια προσωπικότητα έδειξε απέναντι στη χούντα ενοχλούσε ιδιαίτερα το καθεστώς, καθώς του στερούσε αυτόματα τις προσβάσεις στην συντηρητική κοινή γνώμη. Ο Αβέρωφ υπερασπίστηκε από την αρχή την τιμή του πολιτικού κόσμου απέναντι στις συκοφαντίες των δικτατόρων – και το ύφος του, όταν ήθελε, μπορούσε να γίνει πολύ επιθετικό. Τον Αύγουστο του 1967, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για πραγματοποίηση συγκέντρωσης στο σπίτι του χωρίς άδεια. Ηταν, έτσι, αδρανοποιημένος την ώρα της διενέργειας του βασιλικού αντικινήματος τον Δεκέμβριο του 1967, κάτι που ο C.M. Woodhouse θεώρησε στοιχείο που συνέβαλε στην αποτυχία του εγχειρήματος. Η αγωνιώδης αναζήτηση για μια ρεαλιστική διέξοδο χαρακτήρισε τη στάση του Αβέρωφ στα επόμενα χρόνια.

Οι διαπιστώσεις του, όπως διαφαίνονται από τις επιστολές του αυτής της περιόδου, ιδίως προς τον Κων. Καραμανλή στο Παρίσι, ήταν εξαιρετικά απαισιόδοξες. Ο Αβέρωφ έδινε μεγάλη έμφαση στον αγώνα εξουσίας μεταξύ του Γ. Παπαδόπουλου και των περισσότερο ακραίων στοιχείων του καθεστώτος: υποψιαζόταν ότι ειδικά τα τελευταία, με τις τριτοκοσμικές τάσεις τους, δεν θα δίσταζαν να διακυβεύσουν τη θέση της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο. Αγωνιούσε για τη συνεχιζόμενη αποκοπή της Ελλάδας από τον δυτικοευρωπαϊκό χώρο, και τον Φεβρουάριο του 1971 σημείωνε προς τον Καραμανλή: «Με την εξέλιξιν και των πραγμάτων μας εκτός της Κοινής Αγοράς δεν ξέρω πού θα βρεθούμε αν, όπως φαίνεται, τούτη η δουλειά διαρκέση. Κυριολεκτικά φοβούμαι». Ακόμη, ανησυχούσε ιδιαίτερα για την αδυναμία του καθεστώτος να αντιληφθεί τις διεθνείς σχέσεις, η οποία πάντως επέτρεπε στους χουντικούς, με έναν περίεργο τρόπο, να αγνοούν την πραγματικότητα: «Τον παχυδερμισμόν, στοιχείον απαίσιον διά το έθνος, θεωρώ μεγάλον στοιχείον δυνάμεως για την διάρκειάν τους».


Ο Κων. Καραμανλής από το Παρίσι έγραφε στον Αβέρωφ ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία.

Σταθερή διαπίστωσή του ήταν ότι τη λύση στο αδιέξοδο μπορούσε να δώσει μόνον ο Καραμανλής. Οπως ανέφερε στις αρχές του 1971, σε απεσταλμένους της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας, «κατ’ ουσίαν υπάρχει μόνον Καραμανλής καλύπτων σχεδόν όλον τον χώρον και κονιορτός δυνάμεων που, και συγκολλούμενος, άνευ Καραμανλή δεν σημαίνει πολλά πράγματα».

Τρία ήταν, συνεπώς, τα στοιχεία που χαρακτήρισαν την οπτική του Ευ. Αβέρωφ για τη χούντα: η ανάγκη για άμεση επάνοδο στον κοινοβουλευτισμό· ο φόβος ότι, χωρίς τούτο, θα επερχόταν μία εθνική καταστροφή· και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διέβλεπε για τον Κ. Καραμανλή.

Δύο απαραίτητες προϋποθέσεις

Φοβούμενος, όπως έγραψε στον Καραμανλή, ότι η χώρα πορευόταν προς έναν «κακόν σαλαζαρισμόν» –αναφορά στην πορτογαλική δικτατορία με τη μακρά διάρκειά της– ο Αβέρωφ πρόβαλε αρχικά, το δεύτερο εξάμηνο του 1968, την ιδέα για ίδρυση ενός «κόμματος αντιπολίτευσης» προς το καθεστώς, ώστε να αποφευχθεί αυτό που αποκάλεσε «δημοκρατικώς “μασκέ” ολοκληρωτισμό». Αλλά ο Καραμανλής διαφώνησε: τόνισε ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία. Και τον συμβούλευσε να μην ανοίξει διάλογο με το καθεστώς: «Ούτε στο κύρος σου στέκει ούτε και γενικώτερα ωφελεί». Οι επιφυλάξεις του Καραμανλή έστρεψαν τον Αβέρωφ στην αναζήτηση μιας λύσης με την οποία θα παρέδιδαν οι δικτάτορες την εξουσία.

Παράλληλα, από την άνοιξη του 1968, έπειτα από βολιδοσκόπηση του ταγματάρχη (μετέπειτα βουλευτή της Ν.Δ.) Α. Πνευματικού, ο Αβέρωφ δέχθηκε να λειτουργήσει ως πολιτικός σύμβουλος σε μία προσπάθεια ανατροπής της δικτατορίας από τον στρατό. Επιπλέον, σε συνεργασία με τον Γιάννη Τσιριμώκο και στελέχη της νεολαίας της ΕΡΕ, οργάνωσε ένα δίκτυο που συνέτασσε προκηρύξεις –δήθεν γραμμένες από «υποστηρικτές της Επαναστάσεως»– και τις κυκλοφορούσε, ως ένα «πόλεμο νεύρων» κατά του καθεστώτος. Αλλά ο Πνευματικός σύντομα συνελήφθη, ενώ το δίκτυο των προκηρύξεων εξαρθρώθηκε και ο ίδιος ο Αβέρωφ ανακρίθηκε στα τέλη του 1969.

Το επόμενο στάδιο των προσπαθειών του αφορούσε την ιδέα της «γέφυρας», που προβλήθηκε με τον σκοπό να απομακρυνθεί η χούντα από την εξουσία, και όχι να συμπηχθεί κάποια συνεργασία μαζί της. Οι όροι για τη «γέφυρα» –ανόθευτη δημοκρατία, σύντομη μετάβαση– δεν ήταν τυχαίοι· συμφωνούσαν με τις προϋποθέσεις που είχε θέσει ο Καραμανλής στην αλληλογραφία τους το 1968, και είχαν σε γενικές γραμμές προβληθεί από τον Αβέρωφ και νωρίτερα, σε άρθρα του, ορισμένα από τα οποία δεν δημοσιεύθηκαν έπειτα από απαγόρευση της λογοκρισίας ή δημοσιεύθηκαν στον διεθνή Τύπο (όπως το άρθρο του στους Sunday Times της 17ης Αυγούστου 1969).

Η πρώτη διατύπωση της ιδέας έγινε με την επιστολή του της 16ης Απριλίου 1969 προς τον ίδιο τον Γ. Παπαδόπουλο. Ο Αβέρωφ τόνιζε στον δικτάτορα ότι το καθεστώς είχε ήδη αποτύχει, ενώ η νεολαία στρεφόταν προς την Αριστερά και η χώρα είχε φθάσει «εις μίαν απομόνωσιν ομοίαν της οποίας ουδέποτε εγνώρισεν». Η επιστολή είχε κοινοποιηθεί στον Κ. Καραμανλή, καθώς και στον διεθνή Τύπο. Περιείχε τη βασική ιδέα της «γέφυρας», δηλαδή την ανάγκη να τερματιστεί η ανωμαλία και να αποκατασταθούν οι ελευθερίες του ελληνικού λαού, κατά τρόπο «ανώδυνο δι’ όλους» (δηλαδή και για τους συνταγματάρχες). Η προτροπή του Ευ. Αβέρωφ, όμως, περιείχε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν πραγματικά την εξουσία· και να την παραδώσουν στον ίδιο τον Καραμανλή.

Κατά τη διάρκεια κάποιων πρώτων διαβουλεύσεων, το 1970, με πρωτοβουλία παραγόντων του καθεστώτος (που δεν κατονομάζονται στη σχετική επιστολή του προς τον Καραμανλή), ο Αβέρωφ διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε και άρα η ομαλοποίηση δεν μπορούσε, τη στιγμή εκείνη, να ξεκινήσει. Ωστόσο, επέμεινε.

Οπως σημείωνε στον πρέσβη Λ. Παπάγο, συνεργάτη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου, δεν έβλεπε άλλη λύση, «εκτός αν μεσολαβήσει εθνική καταστροφή ή αλληλοεξόντωση».

Η θέση των ΗΠΑ και το ναυάγιο του εγχειρήματος

Την άνοιξη του 1971, σε μια εποχή κατά την οποία ο Παπαδόπουλος διενήργησε επαφές με πολιτικά πρόσωπα, ο Αβέρωφ προώθησε πλέον έντονα την ιδέα της «γέφυρας». Επέμεινε, όμως, και πάλι ότι προϋπόθεση ήταν η ειλικρίνεια των προθέσεων των δικτατόρων για παράδοση της εξουσίας και για δημιουργία αληθινά δημοκρατικού καθεστώτος. Εξακολουθούσε να μην έχει μεγάλες ελπίδες. Τον Απρίλιο του 1971 διεμήνυσε στον Καραμανλή ότι δεν εμπιστευόταν τις προθέσεις του δικτάτορα, που φαινόταν να επιζητεί απλώς κάποιες προσχωρήσεις πολιτικών ή μία βελτίωση της εικόνας του στο εξωτερικό και όχι την παύση της ανωμαλίας. Κατόπιν, το καλοκαίρι του 1971, ο Αβέρωφ ταξίδευσε στο εξωτερικό, όπου τόνισε στους ξένους συνομιλητές του την ανάγκη να αναδειχθεί ο πρωταρχικός ρόλος του Καραμανλή και του Κωνσταντίνου. Αλλά η απροθυμία των δικτατόρων να ικανοποιήσουν τη βασική προϋπόθεση – την αποκατάσταση πραγματικής δημοκρατίας – οδήγησε σε ναυάγιο.


Στην επιστολή του προς τον Παπαδόπουλο, ο Αβέρωφ έθετε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν την εξουσία στον Καραμανλή. Σύντομα διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε.

Εξάλλου, ο Αβέρωφ είχε πλέον συζητήσει για την ιδέα της «γέφυρας» και με τους Αμερικανούς, και συγκεκριμένα με τον πρέσβη στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα. Αρχικά φάνηκε ότι ίσως υπήρχε κάποιο ενδεχόμενο να ενστερνιστούν οι ΗΠΑ την πολιτική του. Αλλά οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της «γέφυρας» μειώνονταν δραματικά, ακριβώς επειδή ουσιώδης όρος της ήταν η επάνοδος του Κ. Καραμανλή, τον οποίο εχθρευόταν κατά τρόπο απόλυτο η χούντα. Τον Σεπτέμβριο του 1971, ο Χένρι Κίσινγκερ, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Νίξον, επέβαλε και έναντι του State Department τη θέση του ότι πιέσεις προς το καθεστώς δεν συμβιβάζονταν με τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο, ο Κίσινγκερ απέτρεψε πρόσκληση του Ευ. Αβέρωφ στις ΗΠΑ ώστε να συζητηθεί η πολιτική της «γέφυρας», και έτσι της κατάφερε ένα μείζον πλήγμα.

Με τους δικτάτορες απρόθυμους και την αμερικανική πολιτική να κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, η πρωτοβουλία του Ευ. Αβέρωφ δεν είχε περιθώρια επιτυχίας. Αυτό ήταν που τον έστρεψε στη διερεύνηση άλλων επιλογών, για τη βίαιη ανατροπή της χούντας, κάτι που θα τον οδηγήσει στο κίνημα του Ναυτικού το 1973.

Η πρόταση της «γέφυρας» κόστισε στον Ευ. Αβέρωφ σημαντικά στα επόμενα χρόνια, καθώς έγινε η αφορμή να παρουσιαστεί ως υπερσυντηρητικός πολιτικός, ακόμη και «ύποπτος». Ο ίδιος ενέμεινε στην ορθότητα της επιλογής του και παρουσίασε την πρωτοβουλία του ως αποτέλεσμα ρεαλιστικής αποτίμησης των πραγμάτων. Για τις προθέσεις του δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία, όπως και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τελικά ο φόβος του για εθνική καταστροφή επαληθεύθηκε. Ωστόσο, στην πολιτική πράξη –και τούτο το γνώριζε καλά ο ίδιος– το μέτρο του ρεαλισμού μιας ιδέας εξαρτάται από την επιτυχία της. Συνεπώς, και εάν ακόμη η σύλληψη της ιδέας της «γέφυρας» υπήρξε, κατ’ αρχάς, απόρροια μιας ρεαλιστικής εκτίμησης των πραγμάτων, η αποτυχία της καταδεικνύει ότι δεν είχε, στην πράξη, ιδιαίτερα ρεαλιστικές προοπτικές.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ