ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ*

Ενοπλες Δυνάμεις και 4η Βιομηχανική Επανάσταση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και περισσότερο λόγος για τις επιπτώσεις της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης. Η πρώτη συντελέστηκε τον 18ο αιώνα με τη χρησιμοποίηση του ατμού στις συγκοινωνίες, η δεύτερη στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με την ανακάλυψη της ηλεκτρικής ενέργειας και η τρίτη στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα με την εισαγωγή της πληροφορικής στην παραγωγική διαδικασία. Τα πρώτα αποτελέσματα της τέταρτης έχουν αρχίσει να γίνονται ήδη ορατά: λεωφορεία χωρίς οδηγό, αλγόριθμοι στο Διαδίκτυο που μπορούν να επηρεάσουν τις καταναλωτικές ή πολιτικές μας προτιμήσεις και αυξανόμενη χρήση των βιομηχανικών ρομπότ.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον μεγάλων τεχνολογικών αλλαγών είναι αναπόφευκτο να επηρεαστεί ο τομέας της άμυνας. Η φύση του πολέμου, βέβαια, δεν μπορεί να αλλάξει. Η κλαουζεβιτσιανή θεώρηση ότι ο «πόλεμος συνιστά συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα» παραμένει μια διαχρονική σταθερά των διεθνών σχέσεων. Η μορφή του πολέμου, όμως, θα εξελίσσεται συνεχώς ως απόρροια της τεχνολογικής προόδου.

Ο στρατιώτης του μέλλοντος θα βασίζεται λιγότερο στη μυϊκή δύναμη και περισσότερο στην ικανότητα χειρισμού των νέων τεχνολογιών. Ηδη οι μεγάλοι στρατοί προσαρμόζουν τον επιχειρησιακό σχεδιασμό τους στα δεδομένα που διαμορφώνουν η ρομποτική και η τεχνητή νοημοσύνη.

Η σχετική συζήτηση στην Ελλάδα έχει μόλις ξεκινήσει. Δυστυχώς, ο χρόνος δουλεύει υπέρ της Τουρκίας, που επιδιώκει συστηματικά την παραγωγή δικών της συστημάτων. Η «ελληνική ψυχή» δεν θα φτάνει σε λίγο για να αντιμετωπιστεί ο καλά εξοπλισμένος τουρκικός στρατός. Ακόμα και αν η Αθήνα κατορθώσει να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες και προβεί στην απόκτηση υπερσύγχρονου εξοπλισμού, θα εξαρτάται πάντα από τις διαθέσεις των προμηθευτών. Η λύση βρίσκεται αλλού. Η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει ξανά στην παραγωγή αμυντικού εξοπλισμού, αλλά αυτή τη φορά με διαφορετικό τρόπο.

Η κρατική αμυντική βιομηχανία, με εξαίρεση την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, δεν είναι βιώσιμη για πολλούς λόγους. Χρειάζεται η σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα και επιστημονικής κοινότητας για την παραγωγή νέων τεχνολογιών που θα έχουν διττή χρήση, δηλαδή αμυντική και εμπορική. Η δημιουργία κέντρων έρευνας υψηλής τεχνολογίας σε πανεπιστήμια, κατά το πρότυπο άλλων χωρών (π.χ. Ισραήλ, Νότια Κορέα), θα ενισχύσει την τοπική οικονομία και θα βοηθήσει στην παλιννόστηση του επιστημονικού δυναμικού. Η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην τρισδιάστατη εκτύπωση για την υποστήριξη μιας ισχυρής και ευέλικτης διοικητικής μέριμνας, στα μη επανδρωμένα εναέρια συστήματα για την επόπτευση των χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων, στον κυβερνοπόλεμο για την αποδιοργάνωση του αντιπάλου και στην ανάλυση μέγα-δεδομένων για την καλύτερη κατανομή δυνάμεων στο θέατρο επιχειρήσεων.

Η νέα αμυντική βιομηχανία μπορεί να αποτελέσει έναν δυναμικό κλάδο της εθνικής οικονομίας που θα προσφέρει θέσεις εργασίας και γόητρο. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η επιχειρησιακή αξιοποίηση της τεχνολογικής καινοτομίας θα δώσει στρατιωτική υπεροχή στην ελληνική πλευρά και θα αποτρέψει αυτό που σήμερα μοιάζει σχεδόν μια αναπόφευκτη καταστροφική εξέλιξη.

Το πολιτικό προσωπικό της χώρας καλείται να πάρει σύντομα κρίσιμες αποφάσεις για την ενίσχυση του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο ιδιωτικός τομέας έχει τις οργανωτικές δυνατότητες και τα οικονομικά κίνητρα για να συμμετέχει ως ισότιμος συνομιλητής σε αυτήν την εθνική προσπάθεια. Οι Ελληνες επιστήμονες μπορούν να συνδράμουν με τις εξειδικευμένες γνώσεις τους στην αμυντική θωράκιση της χώρας. Είναι ευθύνη όλων μας να κάνουμε αυτό που πρέπει για να προστατευθούν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και να διατηρηθεί η ειρήνη στην περιοχή. Γιατί ζωή χωρίς πατρίδα δεν υπάρχει.

* Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Αμυντικών Σπουδών του King’s College London.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ