ΕΛΛΑΔΑ

Ο μόνος που φταίει όταν έχουμε ένα έγκλημα βιασμού είναι ο ίδιος ο βιαστής

ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ

«Τα περιστατικά βιασμού, σεξουαλικών παρενοχλήσεων και έμφυλης βίας είναι εξαιρετικά εκτεταμένα και στην ελληνική και στην ευρωπαϊκή κοινωνία», αναφέρει η κ. Ειρήνη Γαϊτάνου, υπεύθυνη εκστρατειών του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Δύο κρίκοι της ίδιας τραγωδίας, αυτής της στυγερής δολοφονίας της 21χρονης φοιτήτριας στη Ρόδο, μονοπώλησαν τις τελευταίες ημέρες τη δημόσια συζήτηση.

Η 21χρονη Ελένη δολοφονήθηκε, αντιστεκόμενη στη σεξουαλική πίεση δύο νέων ανδρών. Κάποιες ημέρες αργότερα, ο ένας εκ των συλληφθέντων κακοποιείται μέσα σε ένα δημόσιο κτίριο, σε μία φυλασσόμενη υποτίθεται φυλακή και το σχετικό βίντεο κάνει τον γύρο των ΜΜΕ. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, το «κοινό» ή έστω ένα μέρος του, αδημονούσε: Για την Ελένη, αναζητώντας λεπτομέρειες «κλειδαρότρυπας» για το πώς ντυνόταν ή πώς συμπεριφέρθηκε, δίνοντας εμμέσως πλην σαφώς αιτιολογική βάση στον φόνο. Για τον 19χρονο, πανηγυρίζοντας για το «δίκαιο» λιντσάρισμά του ως απάντηση στο έγκλημα για το οποίο κατηγορείται.

Για την Ειρήνη Γαϊτάνου, υπεύθυνη εκστρατειών του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας, οι σκοτεινές εικόνες που συνόδευσαν τη δολοφονία της Ελένης αποτελούν δείγμα ενός «οριακά, κοινωνικού κανιβαλισμού, που σχετίζεται με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα στη χώρα μας αλλά, ταυτόχρονα, αποκαλύπτει και κοινωνικά στερεότυπα που τείνουν σε εκφασισμένες νοοτροπίες». Αλλωστε, είναι πολύ πρόσφατα άλλα περιστατικά θανάτων ή κακοποιήσεων που πυροδότησαν την ανθρωποφαγία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η διδάκτωρ Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών από το πανεπιστήμιο King’s College του Λονδίνου σημειώνει πως «ο δημόσιος διάλογος στη χώρα, και με ευθύνη των ΜΜΕ, γίνεται με ένα “ιδιότυπο ζύγι θανάτου”». «Οταν υπάρχει ένας θάνατος», προσθέτει η Γαϊτάνου, «εμφανίζεται μία ζυγαριά με το αντεπιχείρημα “ναι αυτός ο θάνατος, αλλά για τον άλλο θάνατο τι έχετε πει;”. Τελικά, αυτή η νοοτροπία καταλήγει να μην υπερασπίζεται τη ζωή ως όριο και κριτήριο, ως θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο μία κοινωνία θα πρέπει να διασφαλίζει. Η έννοια της σύγκρισης θανάτων με ένα τρόπο εκφυλίζει όλους τους θανάτους».

Πόσο, όμως, οι ακραίες φωνές, που αναπαράγονται από social media και ΜΜΕ, είναι περιθωριακές ή ενδεικτικές μιας ευρύτερης κοινωνικής τάσης; Ειδικά, εις ό,τι αφορά τη σκληρή πραγματικότητα των βιασμών και της σεξουαλικής ή άλλης κακοποίησης; «Είναι μία πλευρά που υπάρχει στον δημόσιο διάλογο. Από την άλλη, οι απλουστεύσεις που από τη μία αφορίζουν τον ελληνικό λαό, την ελληνική κοινωνία ως εάν να είναι καθολικά σεξιστές, ή και το αντίθετο, σίγουρα δεν προσφέρουν. Καμία από τις δύο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα», σημειώνει η Γαϊτάνου, δίνοντας την ευκαιρία να έρθει η συζήτησή μας στη σκληρή πραγματικότητα.

Οπως περιγράφει στις «Σαββατιάτικες Συναντήσεις», τα περιστατικά βιασμού, σεξουαλικών παρενοχλήσεων και έμφυλης βίας είναι εξαιρετικά εκτεταμένα και στην ελληνική και στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, μία στις 20 γυναίκες στην Ε.Ε., ηλικίας 15 ετών και άνω, έχει πέσει θύμα βιασμού. Πρόκειται για ένα αδιανόητο μέγεθος, μιας και αντιστοιχεί σε 9.000.000 Ευρωπαίες γυναίκες. Μία στις τρεις, έχει δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση.

Η Ειρήνη Γαϊτάνου μεγάλωσε στο Περιστέρι, τελείωσε το 4ο Λύκειο της περιοχής και μετά τις σπουδές της ως Μηχανικός Ηλεκτρονικών Υπολογιστών στο ΕΜΠ έκανε μεταπτυχιακό στις Πολιτικές Επιστήμες στη Σχολή Ανώτερων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών στο Παρίσι. Επισημαίνει ότι πίσω από τον μεγάλο αριθμό κρουσμάτων αλλά και τις ακραίες τοποθετήσεις στον δημόσιο διάλογο, κρύβεται μία γκρίζα πραγματικότητα, ότι τόσο το νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα και στην Ευρώπη όσο και η «κυρίαρχη» αντίληψη σε επίπεδο κοινωνίας μετακυλίει στη γυναίκα την ευθύνη και για το περιστατικό και για την υπεράσπισή της στη συνέχεια. «Είναι το μόνον έγκλημα στο οποίο κάποιος που έχει υποστεί μία βία καλείται να αποδείξει ότι την έχει υποστεί και δεν την έχει προκαλέσει» εξηγεί, υπογραμμίζοντας την ανάγκη αλλαγής του νομικού πλαισίου ως προς τον βιασμό και την έμφυλη βία. «Το κλειδί και κοινωνικά και νομικά βρίσκεται στη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου εκείνου όπου η γυναίκα δεν θα είναι αυτή που καλείται να αποδείξει ή να αναλάβει μία δεύτερη ευθύνη, αλλά που θα είναι πολύ ξεκάθαρο ότι δεν φταίει τι έχει φορέσει, πώς έχει συμπεριφερθεί, τι προσωπικές επιλογές έχει κάνει. Ο μόνος που φταίει όταν έχουμε ένα έγκλημα βιασμού είναι ο ίδιος ο βιαστής».

Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την εξάλειψη της ενδοοικογενειακής βίας υποτίθεται ότι θα είχε δεσμευτική ισχύ στην Ε.Ε. από το 2014. Η Ελλάδα κύρωσε το μεγαλύτερο μέρος της, όχι όμως και αυτό που αφορά τον ορισμό του βιασμού που πλέον δεν ορίζεται ως σεξουαλική πράξη με την άσκηση ή απειλή βίας, αλλά ως σεξουαλική πράξη όταν δεν έχει παρασχεθεί συναίνεση και από τα δύο μέρη. «Δεν χρειάζεται μία γυναίκα να πει όχι ή να έχει απειληθεί, αρκεί να μην έχει πει “ναι”», εξηγεί η Γαϊτάνου. Βέβαια, η Ελλάδα δεν είναι η μόνη που δεν έχει προχωρήσει στη συγκεκριμένη αλλαγή στον ποινικό της κώδικα. Οι 25 από τις 33 ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να συνδέουν τον βιασμό με την άσκηση βίας, κάτι που οδήγησε και στην αμφιλεγόμενη απόφαση στην Ισπανία όταν οι κατηγορούμενοι για βιασμούς της πενταμελούς «Αγέλης των λύκων» καταδικάστηκαν τελικά μόνον για το ελαφρύτερο έγκλημα της σεξουαλικής επίθεσης.

Η Γαϊτάνου απορρίπτει το, σύνηθες σε τέτοιες συζητήσεις, επιχείρημα ότι μία νομική μεταβολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μη αληθείς κατηγορίες. Και το απορρίπτει με την πραγματικότητα της έκθεσης που υφίσταται το θύμα που θα τολμήσει να καταγγείλει. «Είναι τόσο έντονη η κουλτούρα της μετατόπισης της ευθύνης στην ίδια τη γυναίκα, η προσωπική έκθεση, η κοινωνική περιθωριοποίηση και ο στιγματισμός αμφισβήτησης, όπως και στην περίπτωση της Ελένης, που, κανονικά, θα έπρεπε να αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο και μόνον η τόλμη της να καταγγείλει την επίθεση», σημειώνει.

Αρκεί, ωστόσο, η αλλαγή του νόμου έστω κι αν κάποιος, ευλόγως, προσδοκά στις κοινωνικές αντανακλάσεις που αυτός θα έχει, την ερωτώ. «Προφανώς οι νόμοι δεν τα λύνουν όλα, ειδικά σε τέτοιου τύπου εγκλήματα» αναγνωρίζει, προσθέτοντας ωστόσο «πως δίνουν ένα σαφές μήνυμα στους επίδοξους δράστες ότι αυτά δεν είναι εγκλήματα που μπορούν να περάσουν ατιμώρητα και, ταυτόχρονα, ένα συνολικότερο μήνυμα διαπαιδαγώγησης στην κοινωνία ως προς το τι σημαίνει συναίνεση, σεξουαλική πράξη και ποια τελικά είναι τα όρια».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ