Γιώργος Παγουλάτος* ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Τέσσερα ζητούμενα για την Ελλάδα το 2019

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ο 2019 είναι έτος προκλήσεων, λόγω και της διαφαινόμενης επιδείνωσης του διεθνούς κλίματος έπειτα από μια ευνοϊκή περίοδο (2015-18) ισχυρής ανάπτυξης για την Ευρωζώνη αλλά χαμένων ευκαιριών για την Ελλάδα. Τέσσερα κύρια ζητούμενα:

Θεσμική σταθερότητα. Μια εκλογική χρονιά ανοίγεται. Ενώ η προοπτική μιας κυβέρνησης Μητσοτάκη φαίνεται να αντιμετωπίζεται θετικά από τους επενδυτές, την προοπτική σκιάζει η πιθανότητα πολλαπλών εκλογών ενόψει της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας τον Μάρτιο 2020. Η κυβέρνηση Τσίπρα φρόντισε να ναρκοθετήσει την κυβερνητική επαύριο υιοθετώντας την απλή αναλογική, για τις μεθεπόμενες εκλογές. Η ανάδειξη Προέδρου δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για νέες εθνικές κάλπες. Είναι γνωστή η παραλυτική επίδραση που ασκεί σε μια αδύναμη οικονομία μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδος.

Θεσμική σταθερότητα επίσης σημαίνει η δικαιοσύνη να αφεθεί ελεύθερη να κάνει τη δουλειά της. Το βαρύ σκάνδαλο της διαχρονικής δημόσιας δαπάνης για την υγεία πρέπει να διαλευκανθεί, επιφέροντας κάθαρση και απονομή ευθυνών, χωρίς την κομματική εργαλειοποίηση που απροσχημάτιστα επιδιώκει η κυβέρνηση Τσίπρα.

Πολιτική αυτοσυγκράτηση. Οι ερχόμενες εκλογές θα διεξαχθούν υπό ακραία πόλωση. Στην υπόθεση Novartis η κυβέρνηση χειραγωγεί με τρόπο κατάφωρα αντιθεσμικό εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, στήνοντας προεκλογικό σκηνικό. Υπουργοί φτάνουν να απειλούν ονομαστικά δικαστές. Η ακατάσχετη σκανδαλολογία είναι λάσπη στον ανεμιστήρα που εκτοξεύεται προς όλο το πολιτικό σύστημα. Η αντιπολίτευση, από πλευράς της, πρέπει να συγκρατήσει ορισμένα θερμοκέφαλα στελέχη από εκδηλώσεις ρεβανσισμού και ακραίες αντιδράσεις στη συμφωνία των Πρεσπών. Οπως σωστά έγραψε ο Ν. Μαραντζίδης («Καθημερινή», 30.12.2018), πρέπει να περιοριστούν οι φωνές περί «προδοτών», «συμμοριτών» και «ακροδεξιών».

Μεταρρυθμιστική συνέχεια. Η χώρα δεν θα επεκτείνει την παραγωγική της δυνατότητα χωρίς γενναία αύξηση επενδύσεων και απασχόλησης, και χωρίς τη συνέχιση μεταρρυθμίσεων που βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την αποδοτικότητα του κράτους. Κρίσιμο είναι να αποκατασταθεί η λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, με την εξυγίανση των χαρτοφυλακίων κόκκινων δανείων και την ίδρυση ενός μηχανισμού «προστασίας ενεργητικού», στη βάση των προτάσεων κυβέρνησης και Τράπεζας της Ελλάδος.

Οι μεταρρυθμιστικές δεσμεύσεις πρέπει να τηρηθούν (ανάδειξη ανώτερων στελεχών δημόσιας διοίκησης, e-justice, αποκρατικοποιήσεις, κ.λπ.). Το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα να επεκταθεί και σε άλλους τομείς όπως η ανώτατη εκπαίδευση, στη βάση των προτάσεων της Ν.Δ. και του Ποταμιού. Αυτό περιλαμβάνει την αποκατάσταση λειτουργίας του κράτους δικαίου (φιλόδοξος μεταρρυθμιστικός στόχος στην Ελλάδα της κατάλυσης του αυτονόητου!) στις μαύρες τρύπες της ανομίας (πανεπιστήμια, Εξάρχεια) που έχουν αφεθεί απροσπέλαστες από την προστατευτική παρουσία του κράτους.

Η συνέχεια πολιτικής του κράτους περιλαμβάνει την προστασία του δημοσιονομικού κεκτημένου από ανατροπές, συνεπεία δικαστικών αποφάσεων που απειλούν με ακύρωση περικοπών συντάξεων και δώρων, δυνητικού κόστους ακόμα και 17 δισ. ευρώ (Ειρ. Χρυσολωρά, «Καθημερινή» 30.12.2018). Η αποτροπή της δημοσιονομικής υποτροπής είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής για την αποφυγή ακραίων σεναρίων, όπως μια μελλοντική προσφυγή σε νέο πρόγραμμα του ESM, εάν η πρόσβαση στις αγορές καταστεί αδύνατη. Ο ορατός κίνδυνος είναι η Ελλάδα να παγιώσει μια εικόνα «μη επενδύσιμης» οικονομίας, καταδικασμένης να παραπαίει μεταξύ προγραμμάτων διάσωσης, υποτονικής μεγέθυνσης και στασιμοχρεοκοπίας. O όρος «basket case» επιστρέφει όλο και συχνότερα στις διεθνείς αναφορές – τραγικά παραπέμποντας στους βαριά ακρωτηριασμένους τραυματίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που μεταφέρονταν σε καλάθι...

Οικονομική και πολιτική εξωστρέφεια. Πρέπει να αυξάνονται ξένες επενδύσεις και εξαγωγές, με έμφαση στους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας. Αυτό θα είναι δύσκολο σε συνθήκες ευρωπαϊκής οικονομικής επιβράδυνσης, υπό το φάσμα σταδιακής σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής, κλιμάκωσης εμπορικών πολέμων, και κρίσης κλάδων όπως η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία.

Η εξωστρέφεια είναι αναγκαία ως πλοηγός αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας. Κυβέρνηση και πολιτικό σύστημα οφείλουν να φιλτράρουν τις πράξεις τους με κριτήριο την επίπτωση στην εικόνα της χώρας προς διεθνείς επενδυτές και αγορές. Είναι ήδη εμφανές ένα ευρύ έλλειμμα εμπιστοσύνης. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να θεωρείται υψηλού κινδύνου, όπως αποτυπώνεται στο επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου. Για το υψηλό ασφάλιστρο κινδύνου δεν φταίει η Ιταλία, αφού η απόδοση του ιταλικού ομολόγου μειώθηκε μετά την επίτευξη συμβιβασμού για τον προϋπολογισμό, ενώ το ελληνικό έμεινε καθηλωμένο στα επίπεδα του 4,4%.

Εξωστρέφεια τέλος και με την έννοια της ενεργού εμπλοκής στη διακυβέρνηση και τις διεργασίες μεταρρυθμίσεων της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης. Η αμοιβαιοποίηση βαρών στο μεταναστευτικό αποτελεί στρατηγικό στόχο χωρών εισδοχής, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία. Σε ό,τι αφορά τις μεταρρυθμίσεις στο ευρώ, το παράθυρο έκλεισαν οι άτολμες αποφάσεις του Δεκεμβρίου. Ομως η συζήτηση πρέπει να μείνει ζωντανή και φιλόδοξη, προς αναζήτηση της αμέσως επόμενης ευκαιρίας.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης, αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ