Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Γιατί (Νομίζουμε Ότι) Δεν Κάνουμε Πολλά Παιδιά;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αν θέλετε να καταλάβετε τι πιστεύει κάποιος για τον κόσμο, την ιδεολογική του ταυτότητα και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τα πράγματα, υπάρχουν κάποια θέματα-δείκτες που μπορείτε να του θέσετε. Όπως όταν βυθίζετε εκείνα τα χαρτάκια στο υγρό κι από το χρώμα που παίρνουν καταλαβαίνετε το pH του υγρού, έτσι είναι κι αυτά τα θέματα. Τα θέτετε, αρχίζετε να ακούτε, και αμέσως καταλαβαίνετε με τι μέρος του λόγου μιλάτε. Η μετανάστευση είναι ένα τέτοιο θέμα. Ένα άλλο είναι το δημογραφικό.

Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι μεγάλο και είναι και αρκετά επείγον. Οι χώρες στο σύγχρονο κόσμο εξαρτώνται από τους ανθρώπους τους για να προοδεύσουν και οικονομικά και κοινωνικά. Στο μέλλον, όταν όλες τις δουλειές θα τις κάνουν οι μηχανές, αυτό μπορεί αυτό να μην ισχύει, αλλά προς το παρόν και τουλάχιστο μέχρι τα μέσα του αιώνα θα εξαρτώμαστε από τα ανθρώπινα μυαλά για να παράγουν ιδέες και πλούτο. Και, από ό,τι δείχνουν τα στοιχεία, στα μέσα του αιώνα εμείς εδώ θα έχουμε λιγότερα ανθρώπινα μυαλά (8,8 εκατομμύρια, σύμφωνα με το μεσαίο σενάριο), και πολύ γερασμένα (ένας στους τρεις θα είναι άνω των 65). Αυτή η εικόνα είναι γνωστή -η συγκεκριμένη έρευνα της διαΝΕΟσις κυκλοφόρησε πριν από σχεδόν δύο χρόνια- και το θέμα έχει αρχίσει να απασχολεί το δημόσιο διάλογο, αλλά βεβαίως όχι τόσο έντονα όσο άλλα φλέγοντα θέματα, όπως η τελευταία χυδαία έκρηξη του αναπληρωτή υπουργού (!) Πολάκη, οι επιπτώσεις της γκαζόζας στο γαστρεντερικό σύστημα κοινοβουλευτικών εκπροσώπων, ή το πολιτικό μέλλον του βουλευτή Θανάση Παπαχριστόπουλου. Αλλά, τέλος πάντων, κάποιοι έχουν αρχίσει να κουβεντιάζουν. Και το τι λένε είναι απολύτως ενδεικτικό μιας σειράς από άλλα προβλήματα.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν τον πληθυσμό μιας χώρας είναι τρεις: Η γονιμότητα, η θνησιμότητα και η μετανάστευση. Αυτοί είναι, δεν υπάρχουν άλλοι. Τις τελευταίες ημέρες η διαΝΕΟσις δημοσίευσε μια νέα έρευνα για το πρώτο από αυτά, το θέμα της γονιμότητας. Η χώρα μας έχει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες γονιμότητας στον κόσμο, 1,38 παιδιά ανά γυναίκα (είχε φτάσει στο 1,23 το 1999) και τις τελευταίες ημέρες είχα την ευκαιρία να ακούσω τη γνώμη πολλών ανθρώπων γι’ αυτό το φαινόμενο. Το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα ήταν η ετοιμότητα μιας αναπάντεχης πλειοψηφίας να σπεύσει σε αστήρικτες και αυτοσχέδιες ερμηνείες του φαινομένου, οι οποίες, όπως είπαμε, ήταν απόλυτα ενδεικτικές του πώς βλέπουν οι άνθρωποι τον κόσμο.

Ήταν πάρα πολύ χρήσιμη η διαδικασία αυτή. Συγκεκριμένα, μου υπενθύμισε ότι οι συμπολίτες μας γύρω μας παραμένουν πανέτοιμοι να εκφέρουν άποψη για το πώς ζουν τη ζωή τους οι άλλοι άνθρωποι. Επίσης, έχουν ένα συγκεκριμένο, αυστηρό και λεπτομερώς δομημένο μοντέλο ζωής στο μυαλό τους, το οποίο δεν θεωρούν απλά βέλτιστο για όλους, αλλά και το μόνο αποδεκτό.

Οι περισσότεροι νομίζουν ότι το θέμα της χαμηλής γονιμότητας έχει να κάνει με τις επιλογές των σημερινών Ελλήνων, που υποτίθεται ότι δεν θέλουν να κάνουν παιδιά για πολιτισμικούς και οικονομικούς λόγους. Μάλιστα, σχεδόν πάντα αυτή η κριτική περιέχει μια λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένη σεξιστική χροιά. Σχεδόν πάντα υπονοοείται ότι το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης το φέρουν οι γυναίκες. Επισημαίνεται συχνά, άλλωστε, ένα άλλο στοιχείο που αναφέρεται στην έρευνα: το 8,3% των γυναικών που γεννήθηκαν το 1955 δεν έκαναν κανένα παιδί. Το αντίστοιχο ποσοστό για τις γυναίκες που γεννήθηκαν το 1965 ήταν 16,3%.

Βεβαίως, αυτοί οι άνθρωποι κάνουν λάθος. Το πρόβλημά μας δεν είναι οι Έλληνες (ή οι Ελληνίδες) που δεν θέλουν να κάνουν παιδιά. Άλλωστε το ποσοστό των γυναικών στην Αγγλία και την Ουαλία που δεν κάνουν κανένα παιδί είναι ακόμα μεγαλύτερο (20%), κι εκεί ο δείκτης γονιμότητας είναι το αξιοπρεπέστατο 1,8. Το πρόβλημά μας είναι άλλο: ότι οι ελληνικές οικογένειες που θέλουν να κάνουν παιδιά αντιμετωπίζουν εμπόδια, δεν το παίρνουν απόφαση ή αναγκάζονται να αναβάλλουν ολοένα την απόφαση και, ως εκ τούτου, συνήθως να κάνουν λιγότερα παιδιά από όσα θα ήθελαν.

Αυτό το λάθος είναι σημαντικό για δύο λόγους. Πρώτον, από μόνο του μπορεί να αποβεί βλαβερό, καθώς τυχόν κοινωνική πίεση προς την κατεύθυνση ανεύρεσης μιας λύσης μπορεί να στραφεί σε λανθασμένες πολιτικές. Σε όλο τον κόσμο αποδεικνύεται ότι οι σύγχρονες πολιτικές που ενισχύουν πραγματικά τη γονιμότητα δεν είναι αυτές που στηρίζουν την τεκνοποίηση καθαυτή, αλλά αυτές που στηρίζουν τις οικογένειες που θέλουν να κάνουν παιδιά, και τους επιτρέπει να κάνουν όσα παιδιά θέλουν ελαχιστοποιώντας τις θυσίες τους. Για παράδειγμα, στις Σκανδιναβικές χώρες ή τη Γαλλία οι πολιτικές είναι περισσότερο στοχευμένες στην ισότιμη προστασία της καριέρας των γονέων, στην παροχή αδειών μητρότητας και πατρότητας, στην οικονομική στήριξη των ζευγαριών αλλά και στην υπερεπάρκεια δομών προσχολικής αγωγής ακόμα και για παιδάκια πολύ μικρής ηλικίας. Εκείνες οι χώρες έχουν τους υψηλότερους δείκτες γονιμότητας στην Ευρώπη. Αντίθετα, άλλες χώρες όπως η Γερμανία ή η Αυστρία, που επίσης δαπανούν πολλά χρήματα σε πολιτικές για την ενίσχυση της γονιμότητας, αλλά που μέχρι πρόσφατα στόχευαν περισσότερο στην παροχή πλούσιων κινήτρων/επιδομάτων για τεκνοποίηση, δίνοντας λιγότερη έμφαση στην στήριξη των γυναικών στην καριέρα τους ή τις δομές φύλαξης και προσχολικής αγωγής, αποτυγχάνουν και εμφανίζουν αρκετά χαμηλότερους δείκτες.

Δεύτερον και σημαντικότερον, όμως, αυτό το λάθος που κάνουν τόσο πολλοί υποδηλώνει την καθόλου υγιή αντίληψη ότι μπορούμε (ή θα έπρεπε να θέλουμε) να αλλάξουμε τον τρόπο που ζουν οι άλλοι άνθρωποι τη ζωή τους. Κι αυτό δεν προέρχεται μόνο από παλαβές κι ακραίες συνιστώσες του πληθυσμού, που αντιμετωπίζουν τις γυναίκες ως εργοστάσια παραγωγής στρατιωτών για την προάσπιση του "έθνους”, αλλά και από ανθρώπους βαθιά φοβισμένους και ανασφαλείς που δεν αντιλαμβάνονται το μέγεθος, την έκταση, τα αίτια και το αναπόφευκτο των κοινωνικών αλλαγών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Έχω μιλήσει με πολλούς τέτοιους τις τελευταίες ημέρες (είναι όλοι άντρες, φυσικά), μετά τη δημοσίευση της έρευνας της διαΝΕΟσις. Με όσo περισσότερη ευγένεια και φιλική διάθεση μπορώ, τους απαντώ τα εξής τέσσερα πράγματα:

1) Αν πιστεύετε ότι η λύση για το δημογραφικό είναι η επιστροφή σε μορφές οικογένειας και κοινωνικές δομές που υπήρχαν τα παλιά τα χρόνια (ή που συναντώνται και σήμερα στις αγροτικές περιοχές της δημογραφικά ακμάζουσας Τουρκίας, που πολλοί ζηλεύουν, ας πούμε), τότε η πιο ρεαλιστική μεταρρύθμιση που θα μπορούσατε να υποστηρίξετε δεν είναι κάποια νέα επιδοματική πολιτική, αλλά η επένδυση στην κατασκευή μιας χρονομηχανής για να επιστρέψετε στο 1960.

2) Το πώς ζουν οι άνθρωποι στην εποχή μας και το πώς διαμορφώνονται οι οικογενειακές δομές ή οι ατομικές προτεραιότητες σε μία κοινωνία δεν είναι θέμα προσωπικής γνώμης του καθενός, αλλά αποτέλεσμα σαρωτικών κοινωνικών δυνάμεων που ξεπερνούν σύνορα. Οι κοινωνίες δεν πάνε προς τα πίσω.  Κι αν όντως θέλατε να αναγκάσετε τις νέες ελληνίδες να μην έχουν φιλοδοξίες και να κάνουν σώνει και καλά περισσότερα παιδιά από όσα θέλουν, ας μην τις στέλνατε μαζικά στα πανεπιστήμια τις προηγούμενες δεκαετίες, όπου τα πήγαν καλύτερα από τα αγόρια, και τώρα είναι ένα τεράστιο, εν μέρει ανεκμετάλλευτο και εντελώς απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό για την κοινωνία και την οικονομία μας.

3) Για να λυθεί το πρόβλημα της χαμηλής γονιμότητας στην Ελλάδα δεν χρειάζεται να αναγκάσουμε ανθρώπους που δεν θέλουν να κάνουν παιδιά να τα κάνουν με το ζόρι. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ. Αρκεί να σταματήσουμε να προσθέτουμε εμπόδια σε αυτούς που θέλουν.

Και, τέλος, τους λέω κι αυτό το τελευταίο το ανοίγει ένα νέο κύκλο απόψεων, απόλυτα ενδεικτικών του πώς βλέπουν οι άνθρωποι τον κόσμο:

4) Ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα δεν πρόκειται ποτέ ξανά να ξαναφτάσει το 2,1 παιδιά ανά γυναίκα -το νούμερο που χρειάζεται για να ανπληρώνονται οι γενιές, και το οποίο δεν φτάνει απολύτως καμία ευρωπαϊκή χώρα-, κάποια στιγμή θα πρέπει να ανοίξει και στη χώρα μας η συζήτηση για το θέμα της μετανάστευσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ