Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Η ευγένεια ενός επιβάτη που ήταν σκύλος

Κύριε διευθυντά
Χρησιμοποιώ τακτικά  τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο στη διαδρομή  Ανω Πατήσια - Μοναστηράκι και τούμπαλιν. Παλιότερα, κατά τη διάρκεια του μικρού μου αυτού ταξιδιού, ξεφύλλιζα και κανένα έντυπο. Τώρα, προχωρημένος πια πρεσβύτης, χαζεύω γύρω μου και εντοπίζω τα περίεργα και γραφικά που τεκταίνονται, ένα από τα οποία σας περιγράφω σήμερα, καταχρώμενος ίσως τον πολύτιμο χώρο, που αφιερώνει η «Καθημερινή» για σοβαρότερα του παρόντος θέματα. Νομίζω, όμως, ότι αξίζει τον κόπο:

Αφησε ιπποτικά όλους τους άλλους να μπουν πρώτοι, στον σταθμό Βικτωρίας, και χώθηκε κι αυτός τελευταίος, πιάνοντας μια θέση σε μιαν ακρούλα, φροντίζοντας να μην ενοχλεί κανέναν στο βαγόνι.

Πολλοί τον κοίταξαν με θαυμασμό, άλλοι με περιέργεια και λίγο φόβο. Ηταν μεγαλόσωμος και γεροδεμένος, αν και κάποιας ηλικίας. Ατημέλητος και αχτένιστος, ωστόσο απέπνεε έναν αέρα αρχοντιάς, σιγουριάς και φιλοσοφημένης εγκατάλειψης. Στα νιάτα του πρέπει να είχε επιτυχίες σε όλους τους τομείς. Σε κάθε σταθμό σήκωνε απότομα και κάπως αλαφιασμένα το βαρύ στοχαστικό του κεφάλι και κοίταζε προσεκτικά και ανήσυχα  προς τα έξω. Υστερα το έγερνε πάλι στον ώμο του, έκλεινε τα μάτια του σαν να ’πεφτε σε έναν ελαφρύ και ευχάριστο ύπνο. Φαινόταν σαν να μην τον ένοιαζε τίποτα γύρω του. Οταν έφτασε το τρένο στα Ανω Πατήσια, σήκωσε πάλι το κεφάλι του, αναγνώρισε τη στάση και με ένα ελαστικό πήδημα, που δεν συμβάδιζε και τόσο με την ηλικία του, σχεδόν πριν ανοίξει τελείως η πόρτα, πετάχτηκε έξω πριν από όλους τους άλλους. Εκεί τον περίμενε μια τσαπερδόνα, νεότατη, σχεδόν στα μισά του χρόνια, με μαύρο κατσαρό, περιποιημένο μαλλί και ακριβό λουρί ιδιοκτησίας στον λαιμό της, που έκανε σαν τρελή μόλις τον είδε. Αλληλομυρίστηκαν με λαχτάρα, φιλήθηκαν στα πεταχτά και χάθηκαν γρήγορα γρήγορα μέσα στο πλήθος... «Τα παλιόσκυλα», μουρμούρισε κάποιος... Κλείνω με μια συμβουλή: Μην ενοχλείτε τα αδέσποτα που κυκλοφορούν στους δρόμους. Εχουν κι αυτά τις υποχρεώσεις τους, που ενίοτε είναι σοβαρότερες από τις δικές μας...

Γιωργος Α. Κουρμουσης


Γεφύρι της Αρτας για αιώνες στην αρχαιότητα ο Ναός του Ολυμπίου Διός εδέησε να ολοκληρωθεί από τον ελληνολάτρη, επικούρειο φιλόσοφο μεταξύ άλλων, γενειοφόρο Αδριανό··διόλου τυχαίο, ήταν ένας εκ των Ρωμαίων «πέντε καλών αυτοκρατόρων». Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει, κι αν έβρισκαν τα άψυχα, λαλιά να μας μιλήσουν; Ενα εδάφιο της ιστορίας τους παραθέτει ο επιστολογράφος της «Κ». Εκεί στο Ολυμπιείο αλώνιζαν οι αγάδες τα γεννήματά τους, εκεί σε καιρούς ανομβρίας τα χέρια υψώνονταν παρακλητικά στον ουρανό, εκεί στου Οθωνα τα χρόνια το άγραφο εορταστικό προσκλητήριο «Μασκαράδες και Πολίται στις Κολώνες να βρεθήτε». Εκεί συναθροίστηκαν «ξενηλατούμενοι Μακεδόνες» και «αδικηθέντες Κρήτες»: «Πώς άσωμεν την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας;». Κι οι ελεύθεροι Ελληνες, περιχαρείς για το λαοφίλητο Σύνταγμα του 1843, μάθαιναν τα βάσανα άλλων όμαιμων. Επάνω, Αποψη της Αθήνας από τον Ιλισό, του Johann Michael Wittmer, 1833 (Mουσείο Μπενάκη).

Το μεγάλο αλώνι της Αθήνας, οι δεήσεις, τα Κούλουμα και οι μαύρες παντιέρες

Κύριε διευθυντά
Από το φιλόξενο βήμα της «Κ» έγινε πρόσφατα [19.01.2019] αναφορά στο συμβολικό τοπίο του Ολυμπιείου (Στύλους Ολυμπίου Διός), στο οποίο είχαν εφαρμοστεί διαχρονικά ποικίλες χρήσεις. Συγκεκριμένα, πέραν του δεδομένου υψηλού αρχαιολογικού ενδιαφέροντος σημειώνεται ότι ο χώρος αυτός αποτέλεσε επί Tουρκοκρατίας το μεγάλο αλώνι της Αθήνας. Εκεί αλώνιζαν οι αγάδες τα γεννήματά τους και πλουτίζαν με τον ιδρώτα των υποδούλων. Ετσι λοιπόν –αφού το πλάτωμα είχε καθιερωθεί ως αγροτικό κέντρο– εκεί  ελάμβαναν χώρα και οι δεήσεις προς τον Θεό εν καιρώ επίμονης ανομβρίας. Σε αυτές συμμετείχαν όλες οι εθνοθρησκευτικές ομάδες της παλιάς Αθήνας, όπως οι Ελληνορθόδοξοι, οι Τουρκομουσουλμάνοι και οι συμπαθείς Αφροαθηναίοι (Αιθίοπες).

Ομως, υπάρχει μία ακόμα ανθρώπινη δραστηριότητα ταυτισμένη με το Ολυμπιείο («Κολώνες»), η οποία είναι βγαλμένη μέσα από τα σπλάγχνα της λαογραφίας και της ντόπιας παράδοσης, ενώ οι ρίζες της χάνονται στο βάθος των αιώνων. Πρόκειται για το πέρας του Καρνάβαλου και τα Κούλουμα. Ιδιαίτερα κατά τους οθωνικούς χρόνους οι λαϊκοί εορτασμοί της Καθαράς Δευτέρας ήταν έντονοι και είχαν ως γενικό σύνθημα - προσκλητήριο το γνωστό: «Μασκαράδες και Πολίται, στις Κολώνες να βρεθήτε!». Πολλοί σχολιαστές της εποχής δήλωναν πλέον μετά βεβαιότητος, ότι είχαμε γίνει εφάμιλλοι των Ευρωπαίων μασκαράδων και μπορούσαμε... να «κοιτάξουμε στα μάτια» τα μεγάλα Καρναβάλια της Γηραιάς Ηπείρου!

Τον Φεβρουάριο του 1844 οι αποκριάτικοι εορτασμοί είχαν ίσως φθάσει στο ζενίθ τους. Το μελάνι από τις υπογραφές στα προσχέδια του Συντάγματος ήταν νωπό. Ο Λαός αισιοδοξούσε αφού [νόμιζε ότι] είχε κερδίσει και κατοχυρώσει τις πολιτικές του ελευθερίες και προσδοκούσε πολλά, χωρίς να τον έχει κουράσει [ακόμα] η αναμονή... Μολαταύτα, ανάμεσα στις εκατοντάδες των ευθυμούντων που είχαν συρρεύσει στις Κολώνες –παρουσία του βασιλικού ζεύγους!–  υπήρχαν δύο ομάδες από ανθρώπους κατηφείς, οι οποίοι «δεν πίναν, δεν γλεντάγαν». «Εκεί ίσταντο δύο σημαίαι μελαναί»˙ η μια έγραφε «Οι ξενηλατούμενοι Μακεδόνες» και η άλλη «Οι αδικηθέντες Κρήτες». Το σκηνικό των «πανό» συμπλήρωναν σπαρακτικά αποσπάσματα από τον οικείο Ψαλμό του Δαυίδ, όπως: «Πώς άσωμεν την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας;... Κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγι μου, εάν μη σου μνησθώ...».

Οπως ήταν λογικό, «η περιέργεια των θεατών και άλλων ήρχισε να στρέφεται εις τας σημαίας ταύτας, πολλοί τας εχαιρέτησαν  με δάκρυα και άλλοι με αγανάκτησιν κατά της μεγίστης αδικίας την οποίαν υπέφεραν οι Ηρωες Σουλιώται, Ηπειρώται, Θεσσαλοί, Μακεδόνες, Κρήτες, Χίοι, Σάμιοι και Κάσσιοι» (Γιάννης Βλαχογιάννης, Κούλουμα 1931). Υπενθυμίζεται ότι το 1844 η νεοσύστατη Ελλάδα περιοριζόταν προς βορράν, στον ηπειρωτικό κορμό της, από τη νοητή γραμμή Βόλος-Αρτα.

Δυστυχώς, παρά τα δικαιότατα και αυτονόητα αιτήματα των ειρηνικά διαμαρτυρομένων Μακεδόνων και Κρητών, σημειώθηκε άμεση «κρατική καταστολή» και απομακρύνθηκαν –με συνοπτικές διαδικασίες– τα «πανό» μαζί με τις μαύρες παντιέρες... Συγκεκριμένα, «φοβηθείσα η Αστυνομία, μήπως η λυπηρά αύτη σκηνή ερεθίση τον λαόν και ακολουθήση καμμιά ταραχή, εσήκωσε τας σημαίας ταύτας και τας αφήρεσεν από την θέαν του λαού...».

Βέβαια, ακόμα και η μικρή εδαφικά Κάσος η οποία κείται και μακράν, ακριβώς 103 χρόνια μετά την ειρηνική εκείνη διαδήλωση, κατάφερε να αγκαλιάσει τη «γαλάζια πατρίδα» της!

Ιωαννης Μιχαηλ Μιχαλακοπουλος, Κυψέλη

Ο Γιώργος Σεφέρης και οι ακαδημαϊκοί

Κύριε διευθυντά
Στο εκτενές δημοσίευμα περί Γιώργου Σεφέρη, στο φύλλο της 3ης Φεβρουαρίου της «Καθημερινής», γράφεται ότι «οι “πλησιόσαυροι” της Ακαδημίας Αθηνών (όπως πολύ εύστοχα τους αποκάλεσε σε ιδιωτική επιστολή του ο Σεφέρης) αρνήθηκαν με διάφορα τυπικά προσχήματα, να τον κάνουν μέλος της Ακαδημίας τους». Θα περίμενε κανείς από καθηγητές του πανεπιστημίου περισσότερη γνώση, για κοινά θέματα, και περισσότερη ευγένεια, έστω προς την Ακαδημία. Διότι δεν είναι εκείνη που δεν θέλησε τον Σεφέρη, αλλά ο Σεφέρης, η γυναίκα του και το περιβάλλον τους που δεν ήθελαν. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στο βιβλίο του «Λογοδοσία μιας ζωής Α’» (δεύτερη έκδοση 2000), σ. 198, γράφει αρκετά για την όλη υπόθεση της εκλογής του Σεφέρη, καταλήγοντας: «Από την εμπάθεια του περιβάλλοντός του που τον πίεζε και όχι από την ατολμία της Ακαδημίας, δεν έγινε ο Σεφέρης ακαδημαϊκός», όπως για δικούς τους λόγους δεν δέχθηκαν ο Ελύτης και ο Μόραλης.

Την πρόταση της Ακαδημίας την είχε μεταβιβάσει στον Σεφέρη, στο σπίτι του, ο Χρήστος Καρούζος, ελπίζω ότι είναι γνωστός ο Καρούζος, έχω γράψει τη βιογραφία του. Στην επιστολή της άρνησης προς τον Καρούζο ο Σεφέρης λέγει: «Τα λόγια σας τα πρόσεξα και τα συλλογίστηκα πολύ και σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε αν δεν επέτυχα ν’ ανταποκριθώ στην έκκλησή σας. Δυστυχώς είμαι έτσι φτιαγμένος που όλα μ’ εμποδίζουν να έχω οποιαδήποτε ανάμιξη στη διαδικασία αυτής της εκλογής. Δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει αυτό.

Σε κάθε ανάλογη περίσταση της ζωής μου δεν έκαμα τίποτε για να επιτύχω το παραμικρό. Θα ευχόμουν να μη με χαρακτηρίσετε αρνητικό άνθρωπο. Αλλά ο καθένας μας έχει ορισμένα όρια, θα τα έλεγα βιολογικά, που δεν μπορεί να υπερβεί».

Δεν ζητήθηκε από τον Σεφέρη τίποτε το επιλήψιμο. Μια επιστολή τεσσάρων αράδων, ότι θα αποδεχόταν την εκλογή του. Δεν θα είχε «οποιαδήποτε ανάμειξη στη διαδικασία αυτής της εκλογής». Αλλοι θα φρόντιζαν. Και τον πρότειναν, κατά τον Κανονισμό, ο Νόβας, ο Καρούζος και ο Βενέζης. Μετά μισόν αιώνα και πλέον, να διαδίδονται ανακριβή πράγματα με μόνο σκοπό να δυσφημισθεί η Ακαδημία («πλησιόσαυροι» οι ακαδημαϊκοί, ο Καρούζος, ο Κουγέας, ο Βενέζης»), νομίζω ότι ξεπερνά τα όρια οιασδήποτε αντιπάθειας προς την Ακαδημία.

Στο τέλος τέλος, αν η Ακαδημία ήταν και είναι τόσο κακή, γιατί οι συντάκτες του άρθρου δυσανασχετούν που δεν έγινε ο Σεφέρης ακαδημαϊκός; Γλίτωσε από αυτήν, πράγμα που δεν πέτυχαν ο Παλαμάς, ο Παπατσώνης, ο Μυριβήλης, ο Τερζάκης, ο Τσάτσος, στενός συγγενής του Σεφέρη, ο Πολίτης, ο Πρεβελάκης, ο Σακελλαρίου, ο Ευαγγελάτος και το πλήθος των λοιπών «πλησιόσαυρων», λέξη που την έχει ο Στ. Α. Κουμανούδης στο λεξικό του. Είναι θαυμαστό που την ήξερε ο Σεφέρης!

Καλό είναι να γράφει κανείς με προσοχή, πολύ περισσότερο όταν δεν γνωρίζει τα πράγματα. Και σε άλλες περιπτώσεις είχα παρακαλέσει να ερωτάται η Ακαδημία για πράγματα που την αφορούν. Μπορεί κανείς να έχει αντίρρηση για την ύπαρξή της. Αλλά να χλευάζονται συλλήβδην τα μέλη της, και ποια μέλη της. Ο Ασώπιος, ο Βερναρδάκης, ο Ροΐδης δεν θα το έκαναν.

Βασιλειος Χ. Πετρακος, Γενικός Γραμματεύς της Ακαδημίας Αθηνών

Οι καρεκλοθήρες και το νέο λεξικό

Κύριε διευθυντά
Από μαθητές του δημοτικού οι δάσκαλοι μας έμαθαν ότι προθυμία και πρόθυμος σημαίνουν τη διάθεση του ατόμου να παράσχει εξυπηρέτηση στον αιτούντα με ευχαρίστηση, συμπάθεια, ευγένεια και ει δυνατόν με χαμόγελο, ήτοι κοσμητικά ενός ευγενούς και συμπαθούς ατόμου.

Τελευταίως όμως το επίθετο «πρόθυμος» ερμηνεύεται κατά το λεξιλόγιο των εις τον ιερόν ναόν της Δημοκρατίας διακονούντων, ως γυρολόγος, αργυρώνητος, αγύρτης, ασυνεπής, καιροσκόπος, εξουσιολάγνος, καρεκλοθήρας, ανέντιμος, ανήθικος, γελοίος, πατριδοκάπηλος, βολεψίας, ρετάλι, κουρελού, αποστάτης, υποκριτής, ψεύτης και τέλος μέχρι και προδότης. Διερωτάται κανείς, πώς θα κατόρθωνε ο κ. Μπαμπινιώτης να δώσει την ερμηνεία του «πρόθυμος» σε μία νέα έκδοση του λεξικού του, ώστε ο προσφεύγων σ’ αυτό να βρίσκει ικανοποιητική απάντηση λαμβάνοντας υπ’ όψιν την «πεζοδρομιακή» εξέλιξη της αρχικής εννοίας των λέξεων.

Πλήρης ο ευτελισμός, πλήρης ο εκφυλισμός της αναλυτικότερης γλώσσης του κόσμου, την οποία, παγκοσμίου φήμης γλωσσολόγοι και ιστορικοί, τη χαρακτηρίζουν ως τη «γλώσσα της δημιουργίας», της φαντασίας, του οραματισμού, του σχεδιασμού, ικανής να περιγράφει παν υλικόν και άυλον με θαυμαστή προσεγγιστική λεπτομέρεια δι’ ο και η ευρεία χρήση της στην επιστήμη της πληροφορικής. Είναι εθνικό έγκλημα η πολιτική απομάκρυνση από την ετυμολογία των λέξεων, την ορθογραφία τους και τη σωστή - ορθή χρήση τους. Της διεθνής, της αμιγής, προέδρισσα και άλλα πολλά περίεργα συνιστούν βάρβαρη παραποίηση υπαρχουσών λέξεων και εξίσου βάρβαρη εισαγωγή νέων. Αφήνω τις εξελληνισμένες ξένες λέξεις που επικίνδυνα αντικαθιστούν ελληνικές, όπως π.χ. πάνελ, μενού, κουλ κ.ά.

Οι αρμόδιοι, οι δάσκαλοι, οι φιλόλογοι, οι γλωσσολόγοι και η Ακαδημία μας οφείλουν να εξεγερθούν και να προστατεύσουν τη γλώσσα μας. Οι δε 300 οφείλουν να τη χρησιμοποιούν με ευλάβεια, ορθά, σεβόμενοι, αν μη τι άλλο, τις μαθήτριες και τους μαθητές των θεωρείων, τους οποίους δεν έχουν κανένα δικαίωμα ν’ απογοητεύουν με τη μεταφορά στο βήμα και στα έδρανα λεξιλόγιου πεζοδρομίου. Τώρα, ως προς το κατά πόσον τα αναφερθέντα χαρακτηριστικά ανταποκρίνονται, ναι ή όχι και σε πιο βαθμό, στην πραγματικότητα, ο καθείς ανάλογα με την αγωγή και τη μόρφωσή του (κουλτούρα στα ελληνικά...) ας βγάλει αβίαστα τα συμπεράσματά του. Το βέβαιον είναι ότι η γλώσσα μας ευρίσκεται εν κινδύνω.

Παναγιωτης Καρακατσουλης, Ομότ. καθηγ. του Γεωπονικού Παν/μίου Αθηνών

Παλαμάς, Δροσίνης, εκδηλώσεις μνήμης

Κύριε διευθυντά
Συμπληρώνονται φέτος 160 χρόνια από τη γέννηση δύο μεγάλων Νεοελλήνων ποιητών οι οποίοι δέσποσαν, επί δεκαετίες, στα γράμματα: του Κωστή Παλαμά (1859-1943) και του Γεωργίου Δροσίνη (1859-1951). Αμφότεροι μεσολογγίτικης καταγωγής, συνοδοιπόροι και ομότεχνοι, υπήρξαν εκπρόσωποι της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, της λεγόμενης Γενιάς του ’80, που οδήγησε την ποίηση έξω από τη θεματική και τον ρητορικό στόμφο του ρομαντισμού.

Με σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρωταγωνίστησαν στην πνευματική ζωή του τόπου μας ως λογοτέχνες, με πολύπλευρα ενδιαφέροντα, αλλά και στον δημόσιο βίο, όπου διέπρεψαν επιτυχώς (Ακαδημία Αθηνών, Γενική Γραμματεία Πανεπιστημίου, υπουργείο Παιδείας κ.ά.).

Για την προβολή του έργου τους δραστηριοποιούνται: το Ιδρυμα Κωστή Παλαμά (1960, πρόεδρος Κική Δημουλά), που προβαίνει στην επανέκδοση της συγγραφικής του παραγωγής, σε 50 τόμους, και ο σύλλογος «Οι Φίλοι του Μουσείου Γ. Δροσίνη» (1997, πρόεδρος Ελένη Βαχάρη), με έδρα την Κηφισιά, έπαυλη Αμαρυλλίς, κατοικία του ποιητή, που λειτουργεί ως μουσείο, παράλληλα με το Λαογραφικό Μουσείο στον αναπαλαιωμένο πατρογονικό πύργο του Δροσίνη, στις Γούβες Ιστιαίας, πηγή έμπνευσης του έργου του. Μέλημα της πολιτείας, η οργάνωση εκδηλώσεων, μνήμης και τιμής για τους δύο ποιητές, οι οποίοι σφράγισαν ουσιαστικά την παιδεία του τόπου μας..

Αναστασιος Αγγ. Στεφος, δ.φ., Ειδικός Γραμματέας της Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων

Το ΕΜΠ, το Μουσείο, ο «παράγων» Εξάρχεια

Κύριε διευθυντά
Στην Καθημερινή της 19ης Ιανουαρίου δημοσιεύεται νέα επιστολή του σεβαστού φίλου κ. Κώστα Ζάγκαλη με θέμα την επέκταση του Αρχαιολογικού Μουσείου στα κτίρια του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Γράφει ο κ. Ζάγκαλης ότι «διώχνει» το ΕΜΠ για να πλατύνει την ελληνική αρχαιολογία και όχι για να απαλλαγούμε από τους κουκουλοφόρους των Εξαρχείων. Νομίζω ότι εκεί που πρέπει να σταθούμε είναι εκτός από την αιτία αυτή καθαυτή το ρήμα που χρησιμοποιεί ο σεβαστός καθηγητής - «Διώχνω». Και αναρωτιέμαι, ποιος έχει το δικαίωμα να «διώξει» το πρώτο τεχνικό ίδρυμα της χώρας από το σπίτι του. Αναρωτιέμαι επίσης αν δεν υπήρχε ο υποβιβασμός ολόκληρης της περιοχής των Εξαρχείων και οι κουκουλοφόροι, θα είχε ποτέ προκύψει θέμα «δίωξης» του ΕΜΠ από τη θέση του; Δεν αμφισβητώ ότι το Αρχαιολογικό Μουσείο είναι πλέον υπερκορεσμένο, αμφισβητώ την προτεινόμενη λύση.

Σύγχρονα περίπου τα δύο κτίρια θεμελιώθηκαν αντίστοιχα τον Οκτώβριο του 1862 το Πολυτεχνείο και τέσσερα χρόνια αργότερα τον Οκτώβριο του 1866 το Αρχαιολογικό Μουσείο σε οικόπεδα που δώρισε για το σκοπό αυτό η χήρα του Μιχαήλ Τοσίτσα, Ελένη. «Θέλουσα κι αυτή η ιδία να συντελέση εις την ανέγερσιν του εθνοφελούς τούτου καταστήματος... του ειρημένου Πολυτεχνείου». Και λίγο πριν πεθάνει «οικόπεδον ανάλογον και άξιον όπως πλησίον του Πολυτεχνείου εγερθή και το Μουσείον και ούτως εις εν μέρος της πόλεως συγκεντρωθώσι  τα δύο τας ωραίας τέχνας αναγκαία Καταστήματα».

Ισως και μόνο από σεβασμό στη μνήμη της εθνικής ευεργέτιδος θα έπρεπε να τηρήσουμε τη θέλησή της. Μικρή λεπτομέρεια, ο τάφος της βρέθηκε το 1950 στη μεσημβρινή πλευρά του ναού της Ζωοδόχου Πηγής (η Ελ. Τοσίτσα κατοικούσε στην οικία του πρέσβη Πρόκες Οστεν στη σημερινή οδό Φειδίου, πίσω ακριβώς από τον ναό, κατά την προσθήκη τέταρτου κλίτους στον ναό). Εκτοτε παραμένει κάτω από το δυτικό τμήμα του κλίτους, χωρίς ποτέ να ακούσω να τελεσθεί μνημόσυνο στη μνήμη της, ούτε από το Αρχαιολογικό Μουσείο ούτε από το Πολυτεχνείο.Αναμφισβήτητα το Πολυτεχνείο είναι πράγματι το καλύτερο από τα έργα του Λύσανδρου Καυταντζόγλου. Από την ίδρυσή του και μέχρι την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, οι αίθουσές του φιλοξένησαν τις συλλογές του Ιστορικού και Εθνολογικού Μουσείου, των ευρημάτων της Τροίας του Σλήμαν, μέρος της Εθνικής Πινακοθήκης, χρησιμοποιήθηκε ως νοσοκομείο κ.λπ. Μετά το 1974 υπέστη πολλές καταστροφές και βανδαλισμούς.

Το 2012 απέσπασε τη μεγαλύτερη διάκριση της Europa Nostra το «Grand Prix» που απονέμεται σε εξαιρετικής ποιότητας έργα. Η μετατροπή του επομένως σε μουσείο θα ήταν πέρα για πέρα άστοχη, καθώς για να λειτουργήσει ως μουσείο θα χρειαζόταν νέες μετατροπές, νέα χρήματα.

Η Αθηναϊκή Τριλογία, το Πολυτεχνείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο αποτελούν τα κοσμήματα της Αθήνας. Ας μην τα καταστρέψουμε. Λύσεις υπάρχουν. Η νεότερη πτέρυγα του Μουσείου προς την οδό Μπουμπουλίνας που κτίστηκε το 1932- 39 καθώς και η επέκταση προς την οδό Τοσίτσα που κατέστρεψαν τον γύρω πράσινο κήπο που πλαισίωνε το παλαιό κτίριο έχει αποδεδειγμένα θυσιάσει την αρχική σύνθεση χωρίς και πάλι να μπορεί να εξασφαλίσει την ανάδειξη των συλλογών του.

Ισως παράδειγμα λύσης να είναι η δημιουργία του Νομισματικού Μουσείου που στεγάζεται πια ανεξάρτητο στο Ιλίου Μέλαθρον, την κατοικία Σλήμαν στην οδό Πανεπιστημίου με μεγάλη επισκεψιμότητα.

Και ας είμαστε ειλικρινείς. Αν τα Εξάρχεια δεν ήταν αυτά που είναι και το Πολυτεχνείο λειτουργούσε κανονικά, χωρίς φόβο και πάθος, κανείς δεν θα σκεπτόταν να το «διώξει» για να επεκταθεί το Αρχαιολογικό Μουσείο. «Στο πονάει κεφάλι» η λύση δεν είναι «κόψει κεφάλι».

Και αν μετά ξαναπονάει το κεφάλι, τι θα το κάνουμε; Λερναία Υδρα;

Μαρω Kαρδαμιτση-Aδαμη, Oμότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ