Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Μικρά θαύματα στη Βοστώνη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τι θα συνέβαινε αν δύο από τους σπουδαιότερους ηγέτες της ελληνικής ιστορίας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, είχαν την ευκαιρία να συνεργασθούν για να ξεπεράσουμε την κρίση; Δύο ακαδημαϊκές έδρες που φέρουν τα ονόματά τους, η έδρα Βενιζέλος στο London School of Economics και η έδρα Καραμανλή στο Fletcher School of Law and Diplomacy, θέλησαν να μάθουν. Συνδιοργάνωσαν συνέδριο με τίτλο «Η Ελλάδα και το ευρώ: από την κρίση στην σνάκαμψη» και κάλεσαν κάποιους από τους πιο γνωστούς πολιτικούς επιστήμονες και οικονομολόγους της χώρας να παρουσιάσουν την έρευνά τους στο Μέντφορντ της Μασαχουσέτης των ΗΠΑ.

Και εκεί συνέβησαν κάποια μικρά θαύματα: ενδείξεις αυτοκριτικής, συναίνεσης, αναγνώρισης αλλά και της περίφημης ιδιοκτησίας που μας διέφυγε τον καιρό της κρίσης, ιδιαίτερα σε όσους ήταν στην αντιπολίτευση. Αυτοκριτική του διοργανωτή και κατόχου της έδρας Καραμανλή Γιώργου Αλογοσκούφη, που σε μια αποστροφή του λόγου είπε ότι αν είχε ξανά την ευκαιρία, δεν θα προσπαθούσε να «κόψει» τις οικονομικές του προτάσεις στα μέτρα της πολιτικής ανάγκης, αλλά και του αναπλ. υπουργού Οικονομικών Γιώργου Χουλιαράκη, που παραδέχθηκε ότι αν και το θεωρεί αντιεπιστημονικό να προσπαθεί να τιμολογήσει κανείς το εξάμηνο Βαρουφάκη, είναι προφανές ότι είχε κόστος.

Ενδείξεις συνεννόησης όταν η ανάλυση του κ. Χουλιαράκη, ότι τα υπερπλεονάσματα των πρώτων ετών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ κατάφεραν να σταθεροποιήσουν την εμπιστοσύνη στη δύσκολη περίοδο μετά το δημοψήφισμα, έγινε αποδεκτή ακόμη και από αντιπάλους της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης. Και καθολική αναγνώριση του πρώην πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου, ο οποίος εμπνέει τον σεβασμό των συναδέλφων του με τις αναλύσεις του και την προσωπική του σεμνότητα. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διαφωνία με τον πρώην κεντρικό τραπεζίτη της Κύπρου Αθανάσιο Ορφανίδη: ο κ. Παπαδήμος αρνήθηκε την κριτική του ότι η ΕΚΤ έχει ευθύνη για μια νομισματική πολιτική που ευνοεί τη Γερμανία, τονίζοντας ότι η στάθμιση κάθε χώρας γίνεται ανάλογα με το μέγεθος της οικονομίας της – άρα εκ των πραγμάτων η Γερμανία έχει μεγαλύτερο βάρος. Ηταν όμως και ο πρώτος που τόνισε, ως κεντρικός ομιλητής του συνεδρίου, ότι για να επιτύχουν η Ελλάδα και το ίδιο το ευρώ, θα πρέπει να ολοκληρωθεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα με «κάποιου είδους δημοσιονομική ένωση», τραπεζική ενοποίηση και πολιτικές που θα αυξήσουν τις αναπτυξιακές προοπτικές και θα μειώσουν τις ανισότητες.

Αλλά το μεγαλύτερο «θαύμα» ήταν η κοινή «ιδιοκτησία» της ευθύνης για την επόμενη μέρα. Υπήρχε λιγότερη συζήτηση για το πώς θα αλλάξουμε την Ευρώπη και περισσότερη συζήτηση για το πώς θα αλλάξουμε εμείς: για τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται για διατηρήσιμη ανάπτυξη, για ενίσχυση της παραγωγικότητας και ανακατανομή του εισοδήματος, για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, ακόμη και στο Σύνταγμα, για να αποτραπεί ένας μελλοντικός κύκλος δημοσιονομικού εκτροχιασμού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιστήμονες είναι έτοιμοι να… κυβερνήσουν. Αντίθετα από τη θεωρία του Πλάτωνα, δεν αρκεί να έρθουν οι φιλόσοφοι στην εξουσία, χρειάζεται πάντα η τέχνη της πολιτικής. Μετά τόσα συνέδρια και περιπέτειες, ένα είναι σίγουρο. Είναι καιρός αυτή η συζήτηση να γίνει και στην ελληνική πολιτική σκηνή. Να μάθουμε από τα λάθη μας αντί να δαιμονοποιούμε τους αντιπάλους μας, φυτεύοντας τους σπόρους μιας μελλοντικής συνεννόησης. Οποιος το καταφέρει αυτό θα έχει ξεπεράσει ακόμη και τους κορυφαίους ηγέτες της ελληνικής ιστορίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ