ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πιέσεις Μαξίμου στο ΥΠΟΙΚ να βρει πακέτο μόνιμων μέτρων

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

O υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος καλείται να διαπραγματευθεί τη ρύθμιση των 120 δόσεων, για την οποία οι θεσμοί έχουν ισχυρές επιφυλάξεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον τετραγωνισμό του κύκλου θα κληθεί να επιτύχει το οικονομικό επιτελείο μετά το Πάσχα, εξασφαλίζοντας δημοσιονομικό χώρο για παροχές –και μάλιστα μόνιμες– όπως έχει προαναγγείλει ο πρωθυπουργός, την ώρα που τα πραγματικά περιθώρια του προϋπολογισμού είναι πολύ περιορισμένα, ενώ παραμονεύουν και κίνδυνοι εκτροχιασμού του, όπως με τις δικαστικές  αποφάσεις για τα αναδρομικά των συνταξιούχων και των δημοσίων υπαλλήλων.

Το στοίχημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο επειδή στην άσκηση αυτή θα κληθούν να συμφωνήσουν οι θεσμοί, καθώς η κυβέρνηση δεν θέλει να διαρρήξει τις σχέσεις της μαζί τους. Οι σχέσεις εμπιστοσύνης με τους θεσμούς είναι βασικό συστατικό του προεκλογικού της αφηγήματος. Οι πρώτες ενδείξεις για τη στάση τους, όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν είναι ενθαρρυντικές. Η κυβέρνηση τους έστειλε ήδη το πρώτο σχέδιο του Μεσοπροθέσμου και η αρχική τους εκτίμηση ήταν ότι το μόνο περιθώριο που υπάρχει για μέτρα μόνιμου χαρακτήρα από το 2020 και μετά είναι για 70 εκατ. ευρώ. Ποσό εξαιρετικά μικρό για να στηριχθεί μια προεκλογική παροχή αξιώσεων.

Για το 2019, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, προβλέπεται ένα περιθώριο 199 εκατ. ευρώ πάνω από τον στόχο, αλλά αυτό είναι εφάπαξ.

Οι υπολογισμοί, βεβαίως, ξαναγίνονται τώρα ενόψει Μεσοπροθέσμου, που θα κατατεθεί τον Μάιο (και στην ευρωπαϊκή του εκδοχή, ως πρόγραμμα σταθερότητας την ερχόμενη εβδομάδα). Eίναι μάλλον βέβαιο ότι  η κυβέρνηση, ενόψει εκλογών, θα ανακαλύψει πολύ μεγαλύτερα περιθώρια υπερπλεονασμάτων, αλλά αυτά θα δοκιμάσουν τα όρια ανοχής των θεσμών, που θεωρούν ότι ενδεχόμενες «γενναιοδωρίες», παρότι δικαιολογούνται σε περίοδο εκλογών, θα οδηγήσουν την Ελλάδα σε ναρκοπέδιο τους επόμενους μήνες. Οι θεσμοί ανησυχούν για το κόστος των δικαστικών αποφάσεων, που έχει υπολογιστεί στην πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ σε 9,5 δισ. ευρώ εφάπαξ συν ένα ετήσιο κόστος 1% του ΑΕΠ (2 δισ. ευρώ) για συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους, συν ένα επιπλέον κόστος 2%-4% (4-8 δισ. ευρώ) του ΑΕΠ, αν δεν εφαρμοστεί ο νόμος Κατρούγκαλου.

Επιπλέον, δεν είναι καθόλου ικανοποιημένοι από τις συνεχείς περικοπές του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, στις οποίες κατέφυγε συστηματικά τα προηγούμενα χρόνια η κυβέρνηση προκειμένου να εξασφαλίσει τα υπερπλεονάσματα που μοίρασε στη συνέχεια ως κοινωνικό μέρισμα. Μια επανάληψη της τακτικής αυτής θα τους έβρισκε αντίθετους, πόσο μάλλον τώρα που η επιτυχής ή μη μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδα εξαρτάται απολύτως από τους ρυθμούς ανάπτυξης που θα πετύχει, όπως διαμηνύουν σε όλους τους τόνους οι εκπρόσωποι των αγορών. Τα μηνύματα, μάλιστα,  στο μέτωπο αυτό δεν είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά, καθώς ο ένας μετά τον άλλον οι φορείς (τελευταίο το ΙΟΒΕ την Πέμπτη) προβλέπουν αναιμικούς ρυθμούς, στο όριο του 2%, ίσως και λίγο πιο κάτω.

Η εξίσωση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς η κυβέρνηση έχει διαμηνύσει την πρόθεσή της να μη μειώσει το αφορολόγητο όριο από 1/1/2020, σύμφωνα με το ψηφισμένο μέτρο, και στο αίτημα αυτό έχει βρει ευήκοον ους από την Κομισιόν, αφού ο αντιπρόεδρός της Βάλντις Ντομπρόβσκις άφησε ανοικτό παράθυρο να γίνει αποδεκτό, εφόσον υπάρχει ο δημοσιονομικός χώρος. Η Κομισιόν είναι διατεθειμένη να «ξηλώσει» ένα μέτρο που επέβαλε το ΔΝΤ, αλλά θα απαιτήσει προφανώς να βρεθούν ισοδύναμα.  Πέραν αυτού, όμως, δύσκολα θα δεχθεί επιπλέον μέτρα.

Αντίθετα, στην κυβέρνηση, οι προτάσεις μέτρων που έχουν συγκεντρωθεί, πέραν του αφορολογήτου, ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ. Το ξεδιάλεγμα θα κληθεί να κάνει το οικονομικό επιτελείο, προσπαθώντας να χωρέσει κάποια μέτρα στα εκτιμώμενα –κατά την άποψή του– περιθώρια και αφήνοντας κάποια για τις εκλογές του Οκτωβρίου, όταν το πιθανό υπερπλεόνασμα θα έχει πιο ρεαλιστική υπόσταση. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να εμβολίσει την ατζέντα Μητσοτάκη, επομένως οι φοροελαφρύνσεις είναι στις προτεραιότητές της.

Προσεκτικός ο Ευκλ. Τσακαλώτος

Το πρωτογενές πλεόνασμα του 2018, το οποίο θα προκύψει από τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, την Τρίτη, θα είναι το επιχείρημα της κυβέρνησης για να υποστηρίξει ότι υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια για παροχές. Υπολογίζεται ότι αυτό θα κινηθεί ίσως και πάνω από 4% του ΑΕΠ (ο ίδιος ο προϋπολογισμός του 2019 το υπολόγιζε στο 3,9%). Σε συνδυασμό με την υπέρβαση του στόχου του προϋπολογισμού το πρώτο τρίμηνο του 2019, η κυβέρνηση θα υποστηρίξει ότι έχει παγιοποιηθεί μια τάση υπερπλεονασμάτων, που της επιτρέπει να πάρει πρόσθετα μέτρα ελάφρυνσης. Φυσικά, το υπερπλεόνασμα του 2018 βασίστηκε στην περικοπή του ΠΔΕ και κατά συνέπεια της ανάπτυξης, ενώ για το 2019 οι οικονομολόγοι θεωρούν ότι είναι υπερβολικά νωρίς να μιλήσει κανείς για τα τελικά αποτελέσματα.

Σε συντηρητική γραμμή φέρεται μέχρι στιγμής να θέλει να κινηθεί ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, αποφεύγοντας παροχές που μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνες και να συναντήσουν την άρνηση των θεσμών. Ο ίδιος, άλλωστε, έχει παραπέμψει στο τέλος της χρονιάς ως προς τη δυνατότητα να μοιραστεί ένα πιθανό υπερπλεόνασμα. Ομως, η πίεση θα είναι μεγάλη ενόψει εκλογών.

Προς το παρόν, ο κ. Τσακαλώτος καλείται να διαπραγματευθεί τη ρύθμιση των 120 δόσεων, για την οποία οι θεσμοί έχουν ισχυρές επιφυλάξεις, θεωρώντας ότι θα υπονομεύσει την κουλτούρα πληρωμών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ