ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

O κρυφός θησαυρός

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΛΑΜΠΡΙΑ

Εικονογράφηση: Εύα Γεράκη - Λάμπρος Λάλος

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΠΟΨΗ

Ήρθαν οι φίλοι οι Σιφναίοι με τα δώρα τους: τσουκάλι για τη ρεβιθάδα με το όνομά μου γραμμένο με ωραία, στρωτά, λευκά γράμματα και δ΄ύο κεφάλια ημίσκληρης μανούρας – η μία αρωματισμένη με θυμάρι. Ήταν παραμονές της Μεγάλης Εβδομάδας και το τσουκάλι μπήκε κατευθείαν σε χρήση, αν και δυστυχώς δεν κινδύνευε να μπερδευτεί μέσα στον καυτό φούρνο με τις σκεπασταριές των άλλων γειτόνων. Μονάχο. Όμως, κάθε που το κοιτάζω, ανοίγω, ανακατεύω τα ρεβίθια και τα μυριστικά τους, χύνω το λάδι μέσα του, φουρνίζω, ξεφουρνίζω, πλένω, σκουπίζω –κάθε, μα κάθε φορά–, είναι σαν να ανοίγει η καταπακτή της μνήμης και να φέρνει μπροστά μου αυτή τη φωτογραφία του Καρτιέ Μπρεσόν από τον δρόμο της Απολλωνίας και το κοριτσάκι που τρέχει. Και αυτό το τσουκάλι, χωμάτινο, άβαφο, αδρό, που ακόμη δεν έχει μαυρίσει από τη χρήση, είναι μαζί και η όσφρηση του αλατισμένου ήλιου, των πρώτων μεσημεριανών ωρών στις Κυκλάδες, η ησυχία στους δρόμους, το κράτημα της αναπνοής.

Αυτά τα συμπαθή, ελαφρώς ρομαντικά και ακροθιγώς ψυχαναλυτικά με την αστραφτερή ακόμη, σιφναίικη γάστρα της ρεβιθάδας μου. Η μυρωδιά, η γεύση, η ανάμνηση, το μοίρασμα, και λοιπά και λοιπά και λοιπά.

Από δίπλα όμως βρισκόταν ο κρυφός θησαυρός, αυτό που με έκανε να ξαναοδηγηθώ στην παιδική μονοκαλλιέργεια – στην εμμονή της επανάληψης. Η υπόλευκη, ούτε μαλακιά ούτε αφράτη ούτε πολύ σκληρή, μανούρα. Δεν ήταν γυλωμένη, δεν είχε το φαιοκόκκινο χρώμα, ούτε την αψάδα του κρασιού. Όμορφη και στιλπνή σαν καρβελάκι. Το πρώτο κεφάλι ανοίχτηκε την ίδια στιγμή που σήμανε η λήξη της νηστείας. Και έκτοτε τη σκέφτομαι όλη τη μέρα ανάμεσα στους πικρούς καφέδες στο γραφείο. Φαντάζομαι τρίμματά της να εμφανίζονται μπροστά μου δίπλα σε κάνα δυο παξιμάδια. Τη συναντώ μόλις επιστρέψω το βράδυ, κι όλο το βραδινό χτίζεται γύρω της ή... δεν χτίζεται και την αφήνει μόνη βασίλισσα. Αρνάκια και κοκορέτσια δεν έπιαναν χαρτωσιά μπροστά της, κι όπως τα επτάχρονα θέλουν κάθε μέρα να τρέφονται με κεφτεδάκια και πατάτες τηγανητές, έτσι κι εγώ όχι μόνο δεν τη βαριέμαι, δεν την μπουχτίζω, αλλά την επιθυμώ συνεχώς. Οι πιο ντιλετάντηδες τη συνοδεύουν με εκλεκτά κρασιά στο τέλος του φαγητού. Δεν ανήκω σε αυτούς. Ανήκω στους άλλους που, με το που φτάνουν σπίτι τους, αφήνουν τα χαρτιά τους κατά μέρος και ανάβουν τη φλόγα στην εστία. Ένα μαντέμι, ένα τηγάνι, ένα οτιδήποτε. Να πυρώσει. Κι εκεί πάνω μέχρι να πλύνεις χέρια και να πετάξεις τη σκόνη ψήνεται, άτσαλα κομμένο, αλλού λεπτό, αλλού χοντρό, αλλού τρίμμα –ποιος νοιάζεται;–, αυτό το θεσπέσιο τυρί. Ζωηρό και αλμυρό που να μη σου τσιμπάει τη γλώσσα, αλλά να σ’ την ξυπνάει. Να θες κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο.

*To άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Μαΐου, τεύχος 157.

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ