Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ντροπαλός κ. Μοντιανό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Πατρίκ Μοντιανό είναι, αν δεν κάνω λάθος, ο μόνος Γάλλος λογοτέχνης που πήρε και το Γκονκούρ και το Νομπέλ. Οπως έλεγε κάποτε ο Μισέλ Τουρνιέ, όποιος έπαιρνε το Γκονκούρ δεν υπήρχε περίπτωση να τιμηθεί με το Νομπέλ, μάλλον γιατί τα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας αντιμετώπιζαν με δυσπιστία τους Γάλλους μετά την παγίδα που τους έστησαν το 1901, χρονιά της πρώτης απονομής. Οι Σουηδοί επειδή αισθάνονταν ανασφαλείς με τις λογοτεχνικές τους προτιμήσεις έστειλαν μια αντιπροσωπεία στο Παρίσι για να ρωτήσει τους Γάλλους ακαδημαϊκούς ποιον να επιλέξουν, τον Ζολά ή τον Τολστόι; Οι Γάλλοι ακαδημαϊκοί ανατρίχιασαν στο άκουσμα του ονόματος Ζολά, για τον οποίον το μόνο που βρήκαν να πουν ήταν πως υπερασπιζόταν τον Ντρέυφους. Οσο για τον Τολστόι, είπαν πως τον είχαν ακουστά, απλώς δεν μπορούσαν να εκφέρουν γνώμη γιατί δεν τον είχαν διαβάσει. Πρότειναν, αντιθέτως, στους Σουηδούς ακαδημαϊκούς έναν εξαιρετικό Γάλλο ποιητή τον Συλλί Πρυντόμ στον οποίον απονεμήθηκε και το πρώτο βραβείο Νομπέλ και ο οποίος, σε αντίθεση με τον Ζολά και τον Τολστόι, έχει πάψει προ πολλού να απασχολεί τη λογοτεχνία. Μέχρι πρότινος, αν δεν κάνω λάθος, ποιήματά του υπήρχαν στα εγχειρίδια της μέσης εκπαίδευσης στη Γαλλία.

Σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα γαλλικά Νομπέλ Λογοτεχνίας, τα μυθιστορήματα του Μοντιανό διαβάζονται με ενδιαφέρον, σαν μυθιστορήματα δηλαδή. Και αυτό το λέω με όλον τον σεβασμό στον Κλοντ Σιμόν (Νομπέλ 1985) ο οποίος, αν και στιβαρός συγγραφέας, υπήρξε ένα από τα ηρωικά θύματα του παριζιάνικου δογματισμού και του λογοτεχνικού ιερατείου του Νέου Μυθιστορήματος, το οποίο πρόσφερε ατέλειωτες σελίδες πλήξης στους αναγνώστες του. Το Νέο Μυθιστόρημα που διακήρυσσε τον θάνατο του μυθιστορήματος πέθανε από πρόωρο θάνατο, ενώ η μυθιστορηματική δομή εξακολουθεί να αντιστέκεται στις ληξιαρχικές πράξεις του τέλους της. Το μυθιστόρημα είναι κατασκευή, όπως η αρχιτεκτονική, όμως, αν και κατασκευή ώς ένα σημείο αυθαίρετη έχει, όπως η αρχιτεκτονική, τους κανόνες του. Η στέγη πρέπει να είναι πάνω και το πάτωμα κάτω, για παράδειγμα.

Ο Μοντιανό είναι καθαρόαιμος μυθιστοριογράφος σε αντίθεση και με τον Λε Κλεζιό (Νομπέλ 2008), ο οποίος έχει ένα έργο που μάλλον εντάσσεται στα ευρήματα των «Θλιμένων Τροπικών» του Λεβί-Στρως, μια γραφή που αιωρείται κάπου ανάμεσα στην εθνολογική και τη μυθιστορηματική προσέγγιση της ύπαρξης. Τι εννοώ με μυθιστορηματική προσέγγιση της ύπαρξης; Εννοώ την αναζήτηση μιας εσωτερικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης η οποία συνοδεύει τον δυτικό πολιτισμό από την εποχή που ο Αισχύλος βάζει τον Ορέστη να λέει πως βλέπει και ακούει ό,τι κανείς άλλος δεν μπορεί να δει και να ακούσει (παραφράζω εννοείται), βρίσκει το απόγειό της στον Δον Κιχώτη που έβλεπε τους ανεμόμυλους για γίγαντες και παλεύει για την επιβίωσή της σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα έως σήμερα ακόμη. Είναι αυτή η «εσωτερικότητα», η περιοχή της ζωής του ήρωα στο «1984» του Οργουελ, που δεν πιάνει ο «Μεγάλος Αδελφός», αυτή η εσωτερικότητα που καταπλακώνει ο μονοδιάστατος, υπερπληροφορημένος και υστερικός homo economicus. Μετά τη χαρτογράφηση του ασυνείδητου από την ψυχανάλυση, πώς θα μπορούσε ο Μωπασάν, για παράδειγμα, να γράψει τον αριστουργηματικό Οξαποδώ του. Η μυθιστορηματική προσέγγιση της ύπαρξης που γεννήθηκε ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στη θρησκεία και τη φιλοσοφία στη σύγχρονη εποχή πάλεψε σθεναρά και με την πολιτική, και με την επιστήμη και με την ψυχανάλυση. Οπως το στρατευμένο μυθιστόρημα είναι εξ ορισμού αποτυχημένο, έτσι και το ντιβάνι του ψυχαναλυτή δεν έχει σχέση με τη μυθιστορηματική γραφή. Γι’ αυτό δεν θεωρώ καλό μυθιστοριογράφο, φερ’ ειπείν, τον Μακ Γιούαν, αν και μεγάλο τεχνίτη ο οποίος στο «Σάββατο», για παράδειγμα, στήνει τον απολύτως πολιτικά ορθό χαρακτήρα. Η μυθιστορηματική γλώσσα δεν μπορεί να είναι πολιτικά ορθή.

Τα λέω όλ’ αυτά διότι το μεγάλο θέμα του Μοντιανό είναι η μνήμη. Μέσα από την αναζήτηση της μνήμης οργανώνει την εσωτερικότητα του κόσμου του είτε πρόκειται για τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Γκυ Ρολάν, που μέχρι πρότινος έπασχε από αμνησία και ξεκινάει την αστυνομική έρευνα για την αναζήτηση κάποιου αγνώστου για να βρει τον εαυτό του («Ο δρόμος των σκοτεινών μαγαζιών» - La rue des boites obscures) είτε πρόκειται για την ανακατασκευή των αναμνήσεών του από τα χρόνια του κολεγίου στο αυτοβιογραφικό «Ηταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά» - De si braves garcons. Ο Μοντιανό, εκτός των άλλων, ή πριν απ’ όλα είναι και μεγάλος τεχνίτης στη δημιουργία ατμόσφαιρας όπως στις περιγραφές της Νίκαιας στο «Κυριακές του Αυγούστου» - Dimanches d’Aout. Αυτό το τελευταίο αξίζει να διαβαστεί και για τη μοναδικότητα της ερωτικής σχέσης που οργανώνει.

Ο Μοντιανό είναι γνωστός για τη σεμνότητά του. Στον εκδότη του, Αντουάν Γκαλιμάρ, είπε πως θεωρεί το Νομπέλ που του απένειμαν κάτι σαν εξωπραγματικό. Δίνει σπάνια συνεντεύξεις και όπως έγραψε ο δημοσιογράφος του «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» που τον συνάντησε, για το τελευταίο του βιβλίο του μιλούσε σαν να ντρεπόταν που το εξέδωσε. Σεμνότητα του ανθρώπου που συνοδεύει το θάρρος του λογοτέχνη. Οταν έχεις πίσω σου τον ογκόλιθο που λέγεται Προυστ θέλει πολύ θάρρος για να πιστεύεις ότι μπορείς να ανοίξεις τους δικούς σου αφηγηματικούς δρόμους στην αναζήτηση του χαμένου χρόνου, του εσωτερικού χρόνου, του χρόνου της μνήμης που υπονομεύει το παρόν, άρα σε απελευθερώνει από τις δουλείες του. Για όλους αυτούς τους λόγους ο Μοντιανό το άξιζε το Νομπέλ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ