ΕΛΛΑΔΑ

Τελευταίο «αντίο» στον Νίκο Ναούμη

ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΔΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηταν η πρώτη, αμυντική, σκέψη όταν τον πρωτογνώρισα πριν από 25 χρόνια στον πιο οικείο του χώρο. Στο τυπογραφείο της «Κ». Η βραχνή μπάσα φωνή του ήταν ατόφια ή της πρόσδιδε ένα ενισχυτικό επιτήδευσης επί το αγριότερον ώστε να επιβάλλεται με ακόμα περισσότερη άνεση στους πολλούς υφισταμένους του; Οχι, ο Νίκος Ναούμης δεν κόλλαγε ένσημα μασώντας τα λόγια του ή καταπίνοντας τη γλώσσα του, ήταν αυτό που έβλεπες, δεν κρυβόταν από τον εαυτό του. Ο ψηλόλιγνος άνδρας ήταν ήδη ένας από τους κορυφαίους επαγγελματίες του χώρου του, το ήξερε, όταν απαιτείτο το έδειχνε, όλοι το αναγνώριζαν· κι είχε μια εκπληκτική ικανότητα, αυτός της παλαιάς σχολής, ο αρχιμάστορας της λινοτυπίας, να κάνει κτήμα του στο άψε-σβήσε τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και να καθίσταται ακόμα πολυτιμότερος. Κατέκτησε μετά μόχθου αυτό το απόσταγμα σοφίας των ολίγων, πλούσιων ή φτωχών, περισπούδαστων ή μη. Ο Νίκος ήξερε καλά αυτό που ήξερε, αναγνωρίζοντας όσα δεν ήξερε.

Το δικαίωμα στην άποψη το κατέκτησε πριν ακόμα βγει χνούδι στις παρειές. Μπροστά σε μια τεράστια αγκομαχούσα μηχανή, από το 1961, που χώνευε μέταλλο γονιμοποιώντας αράδες, έτοιμες να μετακομίσουν δίπλα στο «μάρμαρο», να μπουν στην κάσα που μοσχοβολούσε μελανιασμένες ειδήσεις, να κλείσει άλλη μια σελίδα εφημερίδας. Ωρες αξημέρωτες, δίπλα σε καλούς και άγαρμπους, μέσα σε καπνούς και σε βρισιές, μορφοποιώντας τη δουλειά (και) ιερών τεράτων του γραπτού λόγου, ο πιτσιρικάς ξεχώρισε. Δασείες, περισπωμένες, υπογεγραμμένες, ορθή σύνταξη και αυστηρή ορθογραφία, ό,τι πέρναγε από τα μάτια και τα δάκτυλα του Νίκου, το πιο δυσανάγνωστο, στρυφνό, χειρόγραφο, αποδιδόταν σε πολλές περιπτώσεις καλύτερο. Οταν ανδρώθηκε, ευφυής με δαιμόνιο ένστικτο, ακάματος, ενεργός περί τα πολιτικά, συνδικαλιζόμενος στα του κλάδου του, άπλωσε φτερά με βιογραφικό την αξιοσύνη του. Ο Ναούμης ήταν από τους τελευταίους κατ’ ουσίαν εφημεριδανθρώπους, γνώριζε από τα μυστικά της διανομής έως τα χούγια συντακτών και τυπογράφων (ποτέ δεν χώνεψε τη λέξη ατελιέ...) και την τελευταία βίδα του πιεστηρίου. Κάτι άκουσαν γι’ αυτόν στην Ευρώπη, βραβεύοντάς τον (2003) ως έναν εκ των κορυφαίων λιθογράφων.

Στην «Κ» από το 1988, στέλεχος εξαρχής, επί σειρά ετών σύμβουλος έκδοσης, μέλος του Δ.Σ. και πανεπόπτης της εκτυπωτικής μονάδας. Τη γνώμη του και την πολύτιμη πείρα του κατέθετε επί μακρόν, ως μέλος του Δ.Σ., και στην εφημερίδα Sport Day και στον ραδιοσταθμό ΣΠΟΡ FM. Οταν η βαριά ασθένεια έκανε την τελική επίθεση, ο Νίκος είχε πει σε μια παρέα εν υπαίθρω καπνιζόντων, Νέο Φάληρο: «Θα του αλλάξω τα φώτα». Τον πιστέψαμε και αφελώς σιγουρευτήκαμε πως θα τα καταφέρει, όταν άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, ξεφυσώντας με αγαλλίαση.

Ηταν 67. Χθες, τον αποχαιρετίσαμε. Κόσμος πολύς. Συνεργάτες και φίλοι από τα παλιά, στελέχη μέσων έντυπης ενημέρωσης, οι άνθρωποι της «Κ» –εδώ μετρούν συναισθήματα, όχι ονόματα– υπό κοινή θλίψη. Με αυτή τη στυφή, πάγια γεύση τέτοιων ωρών. Μια λέξη συγγνώμης ή αποδοχής, μια κουβέντα που εσαεί θα εκκρεμεί προς τον εκλιπόντα. Τα πιο ανθρώπινα συλλυπητήριά μας, πρωτίστως στη σύζυγό του Γιώτα και τους γιους του Γιώργο και Ακη.

Ο δαίμων του τυπογραφείου, αχόρταγος γεννήτορας λαθών και σφαλμάτων, είτε τότε που τρεφόταν με αντιμόνιο είτε τώρα που παρεισφρέει ηλεκτρονικά, μπορούσε να ξεγελάσει όλους, και τους πιο σβελτομάτηδες. Οταν όμως τον αγριοκοίταζε ο Νίκος Ναούμης, χωρίς δεύτερη σκέψη ο ανέστιος δαίμων έφευγε γι’ αλλού. Αντιγράφω μια φρασούλα του μείζονος πεζογράφου Ηλία Παπαδημητρακόπουλου, σαν αρμόζον κατευόδιο: Ωστε, εκλελειμμένη ελληνική τυπογραφία: γαίαν έχοις ελαφράν...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ