ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Νίκη και ήττα, Ιστορία

Το έπος των Βαλκανικών Πολέμων και η εδαφική επέκταση της Ελλάδας με πόλεμο ήταν αποτέλεσμα τόσο της ανασυγκρότησης του ελληνικού στρατού όσο και της εξασφάλισης συμμαχιών της Ελλάδας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας. Αναμφισβήτητα, τα επιτεύγματα αυτά συνδέονται με τον Βενιζέλο, ο οποίος αντιλήφθηκε τις μεταβολές στη βαλκανική και τη διεθνή σκηνή μετά την αποτυχία της Νεοτουρκικής Επανάστασης, την αγγλορωσική προσέγγιση του 1907 και την άρση των αγγλικών επιφυλάξεων έναντι της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τη σερβοβουλγαρική προσέγγιση υπό την αιγίδα της Ρωσίας και τον ιταλοτουρκικό πόλεμο του 1911/12.

Μετά το κίνημα στο Γουδί (Αύγουστος 1909), που στην ουσία συνιστούσε την ήττα του παλαιοκομματισμού και τη νίκη του «αστικού εκσυγχρονισμού», τη δημοσιονομική εξυγίανση και τη στρατιωτική αναδιοργάνωση της Ελλάδας, επιχείρησε πρώτα η κυβέρνηση του Στέφανου Δραγούμη (Μάρτιος - Οκτώβριος 1910) και συνέχισε με εντατικούς ρυθμούς η διάδοχη κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, μετά τη συντριπτική νίκη των Φιλελευθέρων στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910 και την αναθεώρηση του συντάγματος. Οι πολεμικές προετοιμασίες της Ελλάδας επιταχύνθηκαν μετά τη λήψη δανείου 100 εκατ. δραχμών το 1911. Κατά το έτος 1911 ολοκληρώθηκε η εκπαίδευση των παλαιότερων κλάσεων, επιταχύνθηκε η κατασκευή των οχυρωματικών έργων στα Τέμπη, στη Λάρισα και στην Αρτα, διατέθηκαν κονδύλια ύψους 48 εκατ. δραχμών για την αγορά πυροβόλων, πυρομαχικών και υλικού επιστρατεύσεως, μετακλήθηκε γαλλική στρατιωτική αποστολή για την αναδιοργάνωση και την εκπαίδευση του στρατού και αντίστοιχη αγγλική για το Ναυτικό. Ο Βενιζέλος είχε αντιληφθεί τα νέα δεδομένα στη Βαλκανική χερσόνησο μετά την αποτυχία της πολιτικής των Νεοτούρκων. Ηδη στις 17 Νοεμβρίου 1909 έγραφε χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Κήρυξ» των Χανίων:

«Απέναντι δε Νέας Τουρκίας σωβινιστικής και εθνοκρατικής, επιβουλευούσης την εθνική υπόστασιν των εν αυτή λαών και επιδιωκούσης τον εκτουρκισμόν αυτών, το συμφέρον τού να τεθή το ταχύτερον τέρμα εις την εν Ευρώπη Τουρκικήν εξουσίαν θα φέρη εξ ανάγκης Ελληνας και Βουλγάρους και Σέρβους εις συμβιβασμόν των αντιθέτων σήμερον αξιώσεών των δι’ αμοιβαίων παραχωρήσεων. […] Ο Ελληνισμός θα ήτο μωρός αν παρεγνώριζε τους όρους, ους έπλασαν τα ίδια αυτού σφάλματα και η δημιουργία του Βουλγαρικού Βασιλείου, το οποίον επεδείχθη εγκλείον τόσην ζωτικότητα. Παρ’ όλην δε την εχθρότητα, ην εδημιούργησαν αιώνων εθνικαί αντιθέσεις, υπερχίλια ήδη έτη κατοικούσιν εις την Ιλλυρικήν Χερσόνησον παρά τους παλαιοτέρους αυτής κατοίκους τους Ελληνας, και Σλαυικά και Ταταρικά φύλα, εξ ων προήλθεν η βουλγαρική και σερβική εθνότης. Θα ήτο αστείον να χαρακτηρίζωμεν επήλυδας έτι και σήμερον τους λαούς τούτους, και να μη αναγνωρίζωμεν αυτούς ως ιθαγενείς της Χερσονήσου. Μετά των λαών τούτων, είτε θέλομεν είτε μη, θα ζήσωμεν και εις το μέλλον ως γείτονες. Το κοινόν συμφέρον επιβάλλει την στοιχειώδη υποχρέωσιν, όπως δι’ αμοιβαίων υποχωρήσεων ιδρύσωμεν αγαθάς σχέσεις γειτονίας, δι’ ων, ασφαλιζομένης της ελευθερίας και ειρήνης της Ανατολής, θα προαχθή η ευημερία πάντων των κατοικούντων αυτήν εθνών».

Η συγκρότηση ενός κοινού μετώπου κατά των Νεοτούρκων αποτελούσε για τον Βενιζέλο τη βάση της έναρξης της διαδικασίας της ελληνοβουλγαρικής προσέγγισης. Μετά από μυστικές διαβουλεύσεις με ενεργό ανάμειξη της ρωσικής διπλωματίας είχε υπογραφτεί στις 29 Φεβρουαρίου/12 Μαρτίου 1912 συνθήκη φιλίας και συμμαχίας μεταξύ Βουλγαρίας και Σερβίας, που προέβλεπε διανομή των εδαφών της Μακεδονίας. Η Βουλγαρία που θα προέκυπτε σε περίπτωση εφαρμογής της συμφωνίας αυτής θα είχε την έκταση της Μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου, με τη διαφορά ότι η Βουλγαρία θα αποζημιωνόταν με ολόκληρη τη Θράκη για τα τμήματα της Μακεδονίας που θα επιδικάζονταν στη Σερβία. Τον Μάιο του 1912 υπογράφτηκε και στρατιωτική σύμβαση μεταξύ Βουλγαρίας και Σερβίας.

Κατά τον Βενιζέλο, η Ελλάδα θα έπρεπε να συμμετάσχει στην κυοφορούμενη βαλκανική συμμαχία. Και χωρίς την Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία θα κήρυτταν τον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε περίπτωση νίκης των δύο αυτών βαλκανικών κρατών, τα σύνορα της Ελλάδας θα καθηλώνονταν στον Αλιάκμονα. Σε περίπτωση νίκης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο αλύτρωτος Ελληνισμός θα εξαφανιζόταν, εκτιμούσε ορθά ο Βενιζέλος. Η πολιτική των Νεοτούρκων απέκλειε προκαταβολικά μια συμπόρευση της Ελλάδας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως ήταν πρόθυμη να πράξει η Ελλάδα το 1908 σε περίπτωση βουλγαροτουρκικού πολέμου, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Βουλγαρίας (Οκτώβριος 1908). Το 1909 ο στρατηγός Μαχμούτ Σεβκέτ Πασάς δήλωσε προκλητικά ότι, «αν η Ελλάδα δεν παραιτούνταν επίσημα από τις διεκδικήσεις της στην Κρήτη, θα ερχόταν να πιει τον καφέ του στην Ακρόπολη». Από την άλλη πλευρά, τα χρόνια εκκρεμή ζητήματα που επηρέαζαν τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις δεν ήταν δυνατόν να διευθετηθούν υπό την πίεση των περιστάσεων. Αλλά για τον Βενιζέλο δεν ετίθετο ζήτημα απόρριψης των Βουλγάρων ως δυνητικών συμμάχων. «Ολον το παρελθόν μάς εδίδαξεν ότι δεν πρέπει πολύ να πιστεύωμεν τους γείτονάς μας τους Βούλγαρους, αλλά και δεν ηδυνάμεθα ν’ αντιταχθώμεν κατά της Τουρκίας, άνευ της συμπράξεων αυτών. […] Ελεγον λοιπόν προκειμένου να ευρεθώ εις την ανάγκην αύριον χωρίς να το θέλω, ουχί βεβαίως εγώ, διότι εγώ δεν θα ήθελον να έρθω εις σύγκρουσιν με την Τουρκίαν άνευ συμμάχων, […] ότι καλλίτερον θα είναι να κάμω τον σταυρόν μου και να είπω: εις το όνομα του Θεού! Κακοί ήσαν οι Βούλγαροι εις το παρελθόν, χειροτέρα είναι η Τουρκία σήμερον, δεν αφήνει εις αυτό το κράτος να ζήση, ας έλθωμεν εις συνεννόησιν προς αυτούς, υπάρχει χώρος αρκετός δι’ όλους τους λαούς της Ανατολής, υπάρχει μέσον να επιτευχθή αληθής διανομή κατά τας δικαίας βλέψεις εκάστου των λαών μετά την ένεκα γεωγραφικών λόγων ανταλλαγήν πληθυσμών προς βίον άνετον εν τη Ανατολή και προς ευδαιμονίαν της Ανατολής», δήλωσε στη Βουλή τον Ιούνιο του 1913, απολογούμενος για το έργο του.

Η Βουλγαρία, εμφορούμενη από το ηγεμονικό της σύνδρομο στα Βαλκάνια, υποτιμούσε την Ελλάδα ως στρατιωτική δύναμη υπό την επίδραση της ήττας του 1897. Η Βουλγαρία δεν είχε συνειδητοποιήσει το εκσυγχρονιστικό έργο που επιτελούνταν στην Ελλάδα μετά το κίνημα στο Γουδί. Μια πρώτη θετική εικόνα αποκόμισαν, ωστόσο, οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι αξιωματικοί που παρακολούθησαν τα στρατιωτικά γυμνάσια του ελληνικού στρατού στην Τανάγρα, τον Μάιο του 1912. Λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση των στρατιωτικών γυμνασίων στην Τανάγρα, υπογράφτηκε στις 16/29 Μαΐου 1912 στη Σόφια από τον Ελληνα πρέσβη Δημήτριο Πανά και τον Βούλγαρο πρωθυπουργό Ιβάν Γκέσωφ η ελληνοβουλγαρική συνθήκη που είχε αμυντικό χαρακτήρα. Προέβλεπε απλώς αμοιβαία βοήθεια αν ένα συμβεβλημένο μέρος δεχόταν επίθεση από την Τουρκία. Αλλά σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου, λόγω της Κρήτης, η Βουλγαρία θα τηρούσε ευμενή ουδετερότητα. Η συνθήκη δεν προέβλεπε τίποτα για διανομή της νοτίου ζώνης της Μακεδονίας. Ο Βενιζέλος δεν γνώριζε το περιεχόμενο της σερβοβουλγαρικής συνθήκης και ο ίδιος αρνήθηκε να συζητήσει το εδαφικό, διότι προέβλεπε ότι σε τέτοια περίπτωση οι Βούλγαροι θα έθεταν ζήτημα Θεσσαλονίκης και έτσι η υπογραφή της συνθήκης συμμαχίας ίσως θα καθίστατο ανέφικτη. Πεποίθηση του Βενιζέλου ήταν ότι το εδαφικό θα λυνόταν με πόλεμο. Οι Βούλγαροι αξιωματικοί εκτιμούσαν ότι ο ελληνικός στρατός δεν θα κατάφερνε να διασπάσει τις ισχυρές αμυντικές θέσεις των Οθωμανών στη Θεσσαλία και να διεισδύσει στη Μακεδονία. Σχετικά με τα εδαφικά κέρδη της Ελλάδας, ο Γκέσωφ πίστευε ότι η Ελλάδα θα ικανοποιούνταν με την Κρήτη και ορισμένα νησιά του Αιγαίου.

Ο Βενιζέλος εκτιμούσε ορθά ότι ο κύριος όγκος του βουλγαρικού στρατού θα κατευθυνόταν στη Θράκη και, έτσι, ο ελληνικός στρατός θα είχε τη δυνατότητα να εισέλθει στη Θεσσαλονίκη. Η άμεση διεκδίκηση της Θεσσαλονίκης μετά της ενδοχώρας και της Χαλκιδικής ήταν στο πολιτικό του πρόγραμμα όταν επιδίωκε τη συγκρότηση της ελληνοβουλγαρικής συμμαχίας.

 «Οι Βούλγαροι λησμονούν ότι ο ελληνικός στρατός είναι αξιόμαχος. Θα καταλάβη εγκαίρως τα εδάφη των αμέσως εν Μακεδονία εθνικών μας διεκδικήσεων. Αι μέλλουσαι κατά της Τουρκίας επιχειρήσεις θα έχουν πιθανότατα την εξής μορφήν: Οι Βούλγαροι θα στρέψουν τας δυνάμεις των προς την Αδριανούπολιν και τον Εβρον. Οι Σέρβοι θα διευθυνθούν εις τα Σκόπια. Ημείς θα βαδίσωμεν κατά της Θεσσαλονίκης και των Σερρών. Θα ευρεθώμεν εκεί εγκαίρως. Η διανομή θα γίνη κατόπιν επί τη βάσει της στρατιωτικής κατοχής», δήλωσε κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου τον Απρίλιο του 1912.

Ο Βενιζέλος θεωρούσε ως επιτακτική ζωτική ανάγκη την κατοχύρωση της Θεσσαλονίκης μετά της ενδοχώρας. Το εύρος των ελληνικών διεκδικήσεων θα συναρτάτο άμεσα με τα αποτελέσματα των πολεμικών επιχειρήσεων και τις διαμορφούμενες ισορροπίες. Ως ριψοκίνδυνος παίκτης γνώριζε πότε να υποχωρεί και πότε να απειλεί. Τον Απρίλιο του 1912, όταν η Ελλάδα κινδύνευε να μείνει εκτός της βαλκανικής συμμαχίας, ο Βενιζέλος δεν μπορούσε να συζητήσει το εδαφικό με τη Βουλγαρία. Με την προβλεπόμενη το 1912 είσοδο του βουλγαρικού στρατού στη Θράκη, ο Βενιζέλος ασπαζόταν τη θεωρία ότι η Ελλάδα θα είχε στερεότερη σπονδυλική στήλη στο Βορρά παρά στην Ανατολή.

«Η αυτή δύναμις των πραγμάτων θα αφήση εις την Ελλάδα την Θεσσαλονίκην, Μοναστήριον και Σέρρες. Η Βουλγαρία θα έχη ανάγκην όπως υποχωρήσωμεν εις τα ζητήματα της Θράκης, Αδριανουπόλεως και της ακτής, της ανατολικώς της Καβάλας, ώστε να μην αντιτάξη απόλυτον άρνησιν προς παραχώρησιν ημίν της Φλωρίνης, Βοδενών και Θεσσαλονίκης και διαμερίσματος Σερρών. Ούτω τα τμήματα τα κατοικούμενα υπό συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού, δηλαδή μετά την μεγάλην καμπήν του Εβρου προς δυσμάς, θα εξαιρεθούν των βουλγαρικών κτήσεων. Δεν θα ανακοινώσετε ταύτα τη βουλγαρική κυβερνήσει», έγραψε στον Δημήτριο Πανά, πρέσβη στη Σόφια, στις 25 Αυγούστου 1912.

Ο συμμαχικός στρατός αναδείχθηκε νικηφόρος. O ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την Ελασσόνα, τη Δεσκάτη, μετά τη μάχη του Σαρανταπόρου τα Σέρβια, την Κοζάνη, τη Βέροια, τη Νάουσα, την Εδεσσα, μετά τη μάχη των Γιαννιτσών τη Θεσσαλονίκη, τη Φλώρινα και την Καστοριά. Ο ελληνικός στόλος απελευθέρωσε τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου.

Το ζήτημα της Θεσσαλονίκης επέδρασε καταλυτικά στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις. Η συνεχής εισροή Βουλγάρων στρατιωτών στην πόλη και πρώην κομιτατζήδων, που είχαν συμπαραταχθεί με την έβδομη μεραρχία της Ρίλας του στρατηγού Τοντόρωφ και μετέφεραν σημαντικό πολεμικό υλικό, προκαλούσε ανησυχία στην ελληνική πλευρά. Πνεύμα καχυποψίας επικρατούσε στις σχέσεις Ελλήνων και Βουλγάρων στην πόλη. Η Ελλάδα είχε αποδυθεί σ’ έναν αγώνα διάσωσης της Θεσσαλονίκης. Για την εξασφάλιση της ενδοχώρας της Θεσσαλονίκης ελληνικά στρατεύματα κατείχαν το Παγγαίο και τη Νιγρίτα, όπου συγκρούονταν με τμήματα του βουλγαρικού στρατού. Ηταν ακριβώς η επιτακτική ανάγκη της Ελλάδας για κατοχύρωση της Θεσσαλονίκης που επιτάχυνε την υπογραφή της ελληνοσερβικής συνθήκης συμμαχίας. Η κατοχύρωση της Θεσσαλονίκης δεν ήταν εφικτή μόνο με την εκδίωξη των Βουλγάρων από την πόλη, αλλά και με την εξασφάλιση όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ενδοχώρας. Ηταν, ωστόσο, γνωστό στον Βενιζέλο ότι το υψηλό τίμημα που η Ελλάδα θα κατέβαλλε στη Σερβία για να εξασφαλίσει τη συμμαχία της κατά της Βουλγαρίας ήταν η δέσμευση της Αθήνας να στηρίξει το Βελιγράδι σε περίπτωση που η Σερβία δεχόταν επίθεση από την Αυστροουγγαρία. Οταν στις 19 Απριλίου/2 Μαΐου 1913 συνήλθε το υπουργικό συμβούλιο, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ εξέφρασε τις επιφυλάξεις του. Η Ελλάδα βρισκόταν σε ακήρυκτο πόλεμο με τη Βουλγαρία, η συμμαχία με τη Σερβία ήταν επιθυμητή, αλλά η εμπλοκή της Ελλάδας σε έναν πόλεμο με την Αυστροουγγαρία ενείχε μεγάλους κινδύνους, εκτιμούσε ο Κωνσταντίνος Α΄. Για τον Βενιζέλο προείχε η σωτηρία της Θεσσαλονίκης στο πεδίο της μάχης. Μια εμπλοκή της Αυστροουγγαρίας εναντίον της Σερβίας, καθώς είχαν ήδη συγκροτηθεί οι συνασπισμοί της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων, φαινόταν απίθανη, διότι θα προκαλούσε παγκόσμια ανάφλεξη. Υπακούοντας στο πολιτικό του ένστικτο, ο Βενιζέλος εκφράστηκε ως εξής: «Μεμονωμένη αυστροσερβική σύγκρουσις είναι απίθανη. Θα επροκαλείτο ευρωπαϊκός πόλεμος, διότι η Ρωσία δεν εγκαταλείπει την Σερβία. Οπισθεν δε της Ρωσίας ευρίσκεται η Γαλλία. Η Ελλάς θα είνε τότε σύμμαχος με ολόκληρον την Τριπλήν Συνεννόησιν, Γαλλίαν, Αγγλίαν, Ρωσίαν, με την οποίαν συμπίπτουν τα ευρύτερα αυτής συμφέροντα».

Ο βασιλιάς φάνηκε να πείθεται, αλλά κατά βάθος ήταν απρόθυμος να βοηθήσει τη Σερβία σε ενδεχόμενη αυστριακή επίθεση. Ωστόσο, ο Βενιζέλος με τη διορατικότητα που τον χαρακτήριζε ήταν σίγουρος ότι το 1913 οι Μεγάλες Δυνάμεις θα απέτρεπαν τη μετεξέλιξη των Βαλκανικών Πολέμων σε Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Γερμανία πράγματι κάλεσε την Αυστροουγγαρία να μην επιτεθεί εναντίον της Σερβίας. Για τον Βενιζέλο προτεραιότητα είχε η εξασφάλιση ευρύτερων βαλκανικών συμμαχιών για την οριστική αντιμετώπιση του βουλγαρικού κινδύνου. Ο Βενιζέλος εκτιμούσε ότι η Ελλάδα, στις κρίσιμες αυτές περιστάσεις, δεν είχε την πολυτέλεια να εκβιάσει τη Σερβία με την παραχώρηση του Μοναστηρίου ως ανταλλάγματος για τη δέσμευση της Ελλάδας να στηρίξει τη Σερβία σε περίπτωση αυστριακής επίθεσης. Την 19η Μαΐου/1η Ιουνίου 1913 υπογράφτηκε η ελληνοσερβική συνθήκη συμμαχίας από τον Ιωάννη Αλεξανδρόπουλο και τον Ματία Μπόσκοβιτς, όπως και η στρατιωτική σύμβαση από τον Ξενοφώντα Στρατηγό και τους Πέταρ Πέσιτς και Δούσαν Τούφετζιτς.

Τα νέα σύνορα της Ελλάδας με τη Σερβία, ανατολικά του Αξιού, τέθηκαν βόρεια από το Σέχοβο (Ειδομένη), νότια από την πόλη της Δοϊράνης, κατά μήκος της κορυφογραμμής του Μπέλες, προβλεπόταν όμως και επέκταση των ελληνικών συνόρων στην Ανατολική Μακεδονία.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε επίσης συζητήσει τον Μάιο του 1913 με τη ρουμανική κυβέρνηση του Τίτου Μαγιορέσκου το ενδεχόμενο μιας ελληνορουμανικής συμμαχίας κατά της Βουλγαρίας, με την υπόσχεση της παραχώρησης εκπαιδευτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων στους Κουτσόβλαχους. Ο Μαγιορέσκου απάντησε ότι η Ρουμανία θα καθορίσει τη θέση της μετά την επικύρωση της συνθήκης της Πετρούπολης (26 Απρίλιου/9 Μαΐου 1913), με την οποία η Σιλίστρια είχε εκχωρηθεί στη Ρουμανία. Παρόλο που δεν είχε υπογραφτεί ελληνορουμανική συνθήκη συμμαχίας, η Ρουμανία συμμετείχε στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο κατά της Βουλγαρίας, καταλαμβάνοντας τη νότια Δοβρουτσά. O ρουμανικός στρατός έφθασε κοντά στη Σόφια. Ο Βενιζέλος εξέταζε το ενδεχόμενο και μιας συμμαχίας με τους Νεότουρκους κατά της Βουλγαρίας, αλλά λόγω του εκκρεμούς ζητήματος των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου οι διαπραγματεύσεις δεν τελεσφόρησαν. Ωστόσο, οι Νεότουρκοι επωφελήθηκαν της ευκαιρίας και κατέλαβαν την Ανατολική Θράκη κατά το Β΄ Βαλκανικό Μέτωπο.

Ο Βενιζέλος πέτυχε τον στρατηγικό του στόχο, που ήταν η ανάσχεση της Βουλγαρίας με το σύστημα των ενδοβαλκανικών συμμαχιών και η επέκταση της σπονδυλικής στήλης της Ελλάδας και ανατολικότερα.

*Ο Σπυρίδων Σφέτας είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ