ΘΕΑΤΡΟ

Περσών προσφύγων αναζήτηση

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στιγμιότυπο από την παράσταση της Γιολάντας Μαρκοπούλου «Είμαστε οι Πέρσες».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ
Είμαστε οι Πέρσες
σκηνοθ: Γιολάντα Μαρκοπούλου
θέατρο: Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών).

Αρκετά χρόνια η Γιολάντα Μαρκοπούλου καταπιάνεται στο θέατρο με θέματα προσφύγων, κυρίως αιτούντων άσυλο, σε παραστάσεις - ντοκουμέντο που ακουμπούν και στο αρχαίο δράμα. Με αληθινές μαρτυρίες των ίδιων των προσφύγων, επιχειρεί να ακουστεί όσο πιο αυθεντικά γίνεται η φωνή τους, να προσωποποιηθεί το δράμα τους και να ευαισθητοποιηθούν οι θεατές - πολίτες μιας χώρας, που δέχτηκε και δέχεται όλο και πιο απροετοίμαστη την απελπισμένη είσοδο βίαια ξεριζωμένων ανάμεσα σε πλήθη οικονομικών μεταναστών. Πριν από πέντε χρόνια, έστησε με το «Συνεργείο» της, στο Μεταξουργείο, το καλλιτεχνικό εργαστήρι θεάτρου και βίντεο Station Athens, σε συνεργασία με τη ΜΚΟ ΑΜΑΚΑ. Επιχειρεί την κοινωνική ενσωμάτωση των προσφύγων της περιοχής και την ανακούφιση της δυστυχίας τους μέσω δημιουργικής έκφρασης.

Εύλογο ίσως το ερώτημα, τι διακρίνει την προσπάθεια της Station Athens από άλλες παρόμοιες δράσεις και πρωτοβουλίες ομάδων πολιτών ή δήμων, ώστε η μεν να φιλοξενείται στο Φεστιβάλ Αθηνών ενώ οι υπόλοιπες στο διαρκές φεστιβάλ της αφάνειας. Η απάντηση, υποθέτω, είναι η συνεπής αφοσίωση του «Συνεργείου» με επαγγελματικούς όρους στην ανάδειξη αυτού του διογκούμενου, ελληνικού όσο και οικουμενικού προβλήματος αλλά και το ταλέντο δημιουργού - παραγωγού που διαθέτει η Γιολάντα Μαρκοπούλου και το επιστρατεύει για τις καταγγελτικές και παρεμβατικές της περφόμανς.

Η προβολή και σύνδεση της παράστασης «Είμαστε οι Πέρσες» (μέσω κάποιων αποσπασμάτων και αναφορών) με τους «Πέρσες» του Αισχύλου θα μπορούσε να δημιουργήσει στο κοινό διαφορετικές προσδοκίες από εκείνες που ικανοποιεί η παράσταση ως προς τη σχέση της με το αρχαίο δράμα (αν εξαιρέσουμε την αιώνια τραγωδία του πολέμου, τις ίδιες περίπου διαδρομές, τα θαλάσσια και χερσαία περάσματα, τους κινδύνους, τις κακουχίες, τους εγκαταλελειμμένους οικείους). Εφικτές θα ήταν πολλές συνδέσεις ακόμη και αντεστραμμένες (π.χ. από επίδοξοι κατακτητές, τον 5ο π.Χ. αιώνα, κατακτημένοι πρόσφυγες τον 21ο μ.Χ. σε μιαν άνευ πολέμου λεηλατημένη, πρώην κυρίαρχη χώρα κ.ά.), ωστόσο θα ήταν αναγκαία μια άλλου μεγέθους και στόχων δραματουργική δουλειά (Μαργαρίτα Παπαδοπούλου - Γιολάντα Μαρκοπούλου).

Οπως και στο εξάωρο, αλησμόνητο έπος της Αριάν Μνούσκιν: «Το τελευταίο Καραβάνσεράι- Οδύσσειες» (2006), εμφανίζονται και εδώ οι πρόσφυγες (Αφγανοί και Πακιστανοί κυρίως) με τα πραγματικά τους ονόματα, τις αληθινές τους ιστορίες, τις μνήμες, τις νοσταλγίες και τα όνειρά τους για ένα μέλλον που αρνούνται να παραδώσουν αμαχητί. Περνώντας ο ένας στον άλλον το μικρόφωνο, αυτοπαρουσιάζονται σε λιγότερο ή περισσότερο σπαστά ελληνικά, περιγράφοντας συνοπτικά τη μοίρα που τους ξέβρασε ως εδώ μέσα σε γυμνή βάρκα σαν αυτή που σέρνουν στη σκηνή (σκηνογραφία Αλεξάνδρα Σιάφκου, Αριστοτέλης Καρανάνος). Παίζουν «παιχνίδια» ζωής και θανάτου με μια μπάλα - βόμβα. Βολές τύχης και ατυχίας στις σημαδεμένες ζωές τους, στις εμπόλεμες πατρίδες τους. Τραγουδούν, υποδύονται, χορεύουν ανάλογα με τις επιδόσεις στην παρέα, και όχι βέβαια στο επάγγελμα του ηθοποιού, ο καθένας. Σταματάει κανείς και σε μαρτυρίες, των πιο μορφωμένων, που τους τράβηξε το κλέος της αρχαίας Ελλάδας και δεν το μετανιώνουν παρ’ όλες τις Αμυγδαλέζες, τη λαϊκή σύγχυση και τις αντιφατικές συμπεριφορές απέναντί τους.

Η κοινωνικά ευαίσθητη, ωστόσο κάπως άτολμη πολιτικά, σκηνικά και δραματουργικά περφόρμανς, με τους έξι ερασιτέχνες - μαχητές, πρόθυμους να κάνουν ό,τι τους ζητηθεί για μια καλύτερη σκηνή και μια καλύτερη ζωή, έδωσε φωνή και καλοδουλεμένη κίνηση (Pauline Huguet) στις ανώνυμες μάζες και στους ψυχρούς αριθμούς των προσφύγων του κόσμου. Το θερμό χειροκρότημα στο τέλος της παράστασης, μοναδική εμψύχωση των απόκληρων Οδυσσέων που πασχίζουν, αντί να επιστρέψουν στις Ιθάκες τους, να φύγουν μακριά τους. Με την όποια απογοήτευση –απ’ όσα η συμμετοχή σ’ ένα φεστιβάλ επαγγελματιών και η πολύ χαλαρή τελικά σύνδεση με τους Αισχύλειους Πέρσες με έκαναν να περιμένω– συγκινήθηκα από την υποδοχή του κοινού στο γεμάτο θέατρο και την παιδική σχεδόν χαρά των προσφύγων/ερασιτεχνών ηθοποιών, που συνόψισαν με λόγια ή και χωρίς την, ποιητική σχεδόν, αλήθεια ενός Κιργιζιανού ναυαγού: «Καλύτερα να πνιγώ σ’ αυτά τα μανιασμένα νερά παρά στα δάκρυά μου...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ